Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα σχεδιάζονται και προωθούνται με τρόπους που ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να συνεχίζουν να τα επιλέγουν, παρότι γνωρίζουν ότι είναι ανθυγιεινά, διαπιστώνει νέα μεγάλη μελέτη του πανεπιστημίου του Ώκλαντ στην Αυστραλία. Η ερευνητική ομάδα, υπό την καθοδήγηση του Δρ. Τζόσουα Κλαρκ, ανέλυσε δέκα χρόνια διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας και δημιούργησε λεπτομερή διαγράμματα που δείχνουν πώς παρασκευάζονται και προωθούνται αυτά τα τρόφιμα. Οι ερευνητές κατάρτισαν αυτά τα διαγράμματα μέσα από ομαδικές συζητήσεις, διαδοχικές αναθεωρήσεις και ένα διήμερο εργαστήριο με τη συμμετοχή ειδικών στην επιστήμη τροφίμων, το μάρκετινγκ και την έρευνα συστημάτων.
Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Obesity Reviews», υποστηρίζει ότι η υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων δεν αποτελεί απλώς θέμα προσωπικής επιλογής, αλλά προϊόν ενός συστήματος προσεκτικά σχεδιασμένου ώστε να εκμεταλλεύεται τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται, αισθάνονται και συμπεριφέρονται.
«Η βιολογία και η συμπεριφορά μας βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του συστήματος, κάτι που εξηγεί σε έναν βαθμό γιατί, ως κοινωνίες, έχουμε εθιστεί σε αυτά τα τρόφιμα. Οι παραγωγοί υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είναι ιδιαίτερα επιδέξιοι σε αυτό, επειδή τους αποφέρει κέρδη», δήλωσε ο Δρ. Κλαρκ.
Πρόσφατη παγκόσμια έκθεση που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα συμβάλλουν στην αύξηση της παχυσαρκίας, του διαβήτη, των καρδιοπαθειών και άλλων χρόνιων νοσημάτων.
«Πολλές χώρες έχουν πλέον εφαρμόσει φόρους σε ζαχαρούχα τρόφιμα και ποτά, περιορισμούς στη διαφήμιση προς τα παιδιά, σαφή διατροφική επισήμανση στη συσκευασία, καθώς και πολιτικές διαφάνειας για το lobbying ώστε να διασφαλίζεται δίκαιο πολιτικό πεδίο. Δεν χρειάζεται να πρωτοπορήσουμε· αρκεί να ακολουθήσουμε το σημαντικό έργο και την ηγεσία που προέρχεται από περιοχές όπως η Λατινική Αμερική», σημείωσε ο Δρ. Κλαρκ.
Πώς γίνονται εθιστικά τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι εταιρείες χρησιμοποιούν συνδυασμό στρατηγικών, όπως:
• συστατικά που ενισχύουν την επιθυμία κατανάλωσης, όπως ζάχαρη, λιπαρά και αλάτι
• αξιοποίηση διαδικτυακών δεδομένων χρηστών για στοχευμένες διαφημίσεις
• καρτούν και χαρακτήρες που απευθύνονται σε παιδιά
• ισχυρό branding για δημιουργία πιστότητας στο προϊόν
• στοχευμένη εγκατάσταση καταστημάτων κοντά σε σχολικές μονάδες ή σε περιοχές όπου καταγράφεται ήδη αυξημένη κατανάλωση τέτοιων τροφίμων
• τοποθέτηση προϊόντων σε σημεία υψηλής διέλευσης μέσα στα καταστήματα
• μεθόδους επεξεργασίας που καταστέλλουν το φυσικό αίσθημα κορεσμού του οργανισμού.
«Δεν πρόκειται για μία μόνο τακτική. Υπάρχουν πολλά αλληλένδετα στοιχεία που αυξάνουν την έκθεσή μας στη διαφήμιση και στα προϊόντα τους», εξήγησε ο Κλαρκ.
«Τα τρόφιμα αυτά σχεδιάζονται ώστε να είναι εξαιρετικά προσβάσιμα, ελκυστικά και συχνά η πιο εύκολη επιλογή για πολλούς ανθρώπους. Όταν όλα αυτά λειτουργούν συνδυαστικά, μας οδηγούν στο να επιθυμούμε έντονα και να υπερκαταναλώνουμε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, με συνέπεια τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία», πρόσθεσε.
Πώς εγκλωβίζονται σε αυτό το σύστημα οι καταναλωτές
Ο Δρ. Κλαρκ υποστήριξε ότι η ενημέρωση του κοινού γύρω από τις πρακτικές της βιομηχανίας τροφίμων μπορεί να ενισχύσει την πίεση για ουσιαστικές πολιτικές παρεμβάσεις.
«Η ανάδειξη αυτού του ζητήματος αποτελεί ευκαιρία ώστε ο κόσμος να ενδιαφερθεί περισσότερο, να ζητήσει και να απαιτήσει κυβερνητικές πολιτικές που θα διαταράξουν αυτό το σύστημα και θα δημιουργήσουν ένα διατροφικό περιβάλλον που θα υπηρετεί και θα τρέφει τους ανθρώπους και όχι τους ισολογισμούς των πολυεθνικών», δήλωσε ο ερευνητής.
Η ανώτερη συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Κέλι Γκάρτον από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του πανεπιστημίου, δήλωσε ότι οι εταιρείες υπερεπεξεργασμένων τροφίμων έμαθαν σημαντικά μαθήματα από τη βιομηχανία καπνού κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Έρευνες δείχνουν ότι αμερικανικές καπνοβιομηχανίες εξαγόρασαν εταιρείες τροφίμων και ποτών και αξιοποίησαν τη γνώση τους γύρω από τις γεύσεις και το παιδοκεντρικό μάρκετινγκ για να αναπτύξουν ζαχαρούχα ποτά και προϊόντα που συνδυάζουν αλάτι, λιπαρά και ζάχαρη, προκαλώντας ισχυρές αντιδράσεις ανταμοιβής στον εγκέφαλο. Τα σχετικά ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση BMJ.
Σε συνδυασμό με χημικά αρωματικά πρόσθετα, τα προϊόντα αυτά έγιναν «υπερ-εύγευστα» και σχεδιάστηκαν ώστε να καταναλώνονται σε υπερβολικό βαθμό, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Addiction».
Οι συγγραφείς καλούν τη Νέα Ζηλανδία και άλλες χώρες να εφαρμόσουν τις πολιτικές που προτείνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τη μείωση της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.
Πηγή: University of Auckland
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος








































































































