Τα Ρούχα ως Μνήμη, η Μνήμη ως Σάρκα και η Τίλντα Σουίντον να ενδύεται ό,τι υποδύεται στο Ίδρυμα Ωνάση· και όλο αυτό να είναι μια επιμελώς ατημέλητη βιογραφία, μια συνέντευξη τύπου με απαντήσεις χωρίς ερωτήσεις, ένα παραμύθι με δράκο ραμμένο σε βαμβάκι, φερμουάρ που μαγκώνει στον κορσέ σαν λυγμός, με ζώνη την αξιοπρέπεια και τιράντες ξεχαρβαλωμένες χαλαρά απλωμένες σε ώμους και παραδόσεις. Σπίτι χωρίς κλειδαριές· απαραβίαστο, πνιγμένο σε μνήμες και καπνούς, σπάει αόρατα παράθυρα γεμίζοντας με αναθυμιάσεις καθήμενους που βλέπουν τις στάχτες σαν αστερόσκονη, και ας τους τυφλώνει τα μάτια. Σαν το Le Dix του Balenciaga με έλαιο ίριδας και φύλλων βιολέτας αναμεμειγμένα σε Αιθέρια έλαια λιβανιού οι λέξεις της Τίλντα Σουίντον όταν σιωπούσε. Στα κενά της φωνής «την άκουγες». Μυσταγωγία και αγκαλιά, όχι πάντα με αυτή τη σειρά.
Στο άδειο παλτό του παππού της, μια κρυμμένη άυλη αγκαλιά, ένα σπίτι μέσα σε ένα άλλο σπίτι· μπάμπουσκα με θεμέλια που κρατούν χρόνια. Εκείνη τη βραδιά, όλα τα ρούχα, στη σκηνή και τις κρεμάστες, τα μπαούλα και τους ασκούς, των πρωταγωνιστών αλλά και των θεατών κρατούσαν το νήμα στις μανταρισμένες αναμνήσεις. Η αρχιτεκτονική της αγάπης βλέπετε είναι ένας οικογενειακός τάφος που ορίζεται από αίμα, και παγώνει σαν και αυτό.
Η Σουίντον εμφανίζεται μπροστά στο κοινό ως θεματοφύλακας του οικογενειακού της αφηγήματος, αυτή που αναλάβει την ευθύνη να μεταφέρει αντικείμενα από έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Με πλέξη ορατή, φοράει τα ρούχα του βασιλιά που καταλήγουν, αφού διηγηθούν την ιστορία τους, να κρέμονται στις κρεμάστρες σαν εκμαγεία σωμάτων, ζωντανά φαντάσματα που περιμένουν να ζωντανέψουν σε προσευχές, φαντάσματα που δεν τρομάζουν και δεν σε φοβίζουν. Ο θάνατος βλέπετε είναι σταμάτημα χωρίς τους τριγμούς του φρένου· αυτό που πρέπει να μας φοβίζει είναι η ανεκμετάλλευτη ζωή που προσομοιάζει σε αυτόν.
Η ιστορία της οικογένειας Swinton είναι αποτυπωμένη όχι μόνο σε επιστολές και γενεαλογικά δέντρα, αλλά και σε υφάσματα. Το βαπτιστικό φόρεμα, φτιαγμένο το 1896 και κεντημένο με ονόματα, Louisa, George, Elizabeth, Lavinia, James, Susan, John, έχει φορεθεί σε 24 βαπτίσεις ορίζοντας πολλαπλάσιες ζωές από αυτές που έντυσε. Η Τίλντα το κρατά στο φως και τα ονόματα διαβάζονται σαν επιτύμβια επιγραφή, μόνο που αντί για θάνατο καταγράφουν την αρχή κάθε ζωής. «Αυτό», λέει η ίδια, «είναι η πρώτη δημόσια ενδυμασία που φόρεσα ποτέ» σε ένα κόκκινο χαλί ζωής που ήταν στρωμένο με παρελθόν.
Δίπλα του, ένα κουτί που οι λεπτομερείς σημειώσεις του πατέρα της (που κατέγραψε με αρχειακή ακρίβεια), προσφέρει σε όλους μας πληροφορίες που άλλοτε προσφέρουν υλικό στη φαντασία, άλλοτε υπερ-πληροφόρηση. Η οικογένεια της ήταν από αυτές που κατέγραφε τα πάντα, σα να ήξεραν ασυνείδητα, ότι τα αντικείμενα θα επιβιώσουν της σάρκας, και θα πρέπει κάποτε να μιλήσουν μόνα τους.
Το παλτό του παππού Ανθυπολοχαγού Α.Η. Swinton, αγορασμένο στις 5 Οκτωβρίου 1935 από τα Army and Navy stores του Λονδίνου, μετράει σχεδόν εκατό χρόνια ζωής και παραμένει σε εξαιρετική κατάσταση. Η Σουίντον το φοράει γύρω από τους ώμους ενδυναμώνοντας μια χειρονομία αγάπης που έχει επαναληφθεί σε τρεις γενιές. Τα ρούχα είναι πλέον θεσμός οικειότητας αγκαλιάζοντας το χρόνο.
Η γιαγιά της (Mariora αν συγκράτησα σωστά το όνομα), εμφανίζεται μέσα από ένα μόνο ένδυμα αλλά η περιγραφή που δίνει η Σουίντον χαρτογραφεί τα είναι και τα θέλω της: «Ήταν η πιο κομψή γυναίκα που γνώρισα ποτέ, οχι λόγω του τι φορούσε, αλλά λόγω του πώς τα φορούσε». Περιγράφει εκείνη την κοκέτα στο εστιατόριο, άφοβα να ανοίγει την πούδρα της χωρίς να κοιτά στον καθρέφτη, να βάζει κραγιόν σε τρείς κινήσει -αριστερά, δεξιά στο πάνω μέρος των χειλιών και μονοκόμματα στο κάτω-, να μιλά ταυτόχρονα, σαν η ομορφιά να ήταν απλώς άλλη μία λειτουργία του σώματος, αυτόματη, αβίαστη, μηχανική και αμήχανη. Μια γυναίκα που οδήγησε ασθενοφόρο χωρίς φώτα στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Η μητέρα της, με τα μεταξωτά φορέματα, τον αρωματισμό με Joy του Jean Patou, μεταμορφώνεται σε φιγούρα άλλης εποχής, ωραία και κάπως απομακρυσμένη· μια μικρή λεπτομέρεια εμφυσάει το βίωμα: το αμυντικό της σφύξιμο όταν ήταν ανέτιμη να ακούσει δικαιολογία διαφυγής, το «turtling» όπως το αποκαλεί, ένα έθιμο της μητέρας να μπαίνει στο δωμάτιο ζητώντας έμμεσα αυτό που χρειαζόταν, χωρίς ποτέ να το ζητά ευθέως. «Μπορεί κανείς να βάλει ένα ξύλο στη φωτιά; Μην ξεβολεύεστε, εγώ θα το κάνω». Ένας ολόκληρος κόσμος γυναικείας καταπίεσης και αξιοπρέπειας κρυμμένος σε μια κίνηση, σα σκιά φαντάσματος που θέλει να ακουστούν οι αλυσίδες που σέρνει στο φρεσκογυαλισμένο παρκέ διαρκείας. Η μάνα των μεταξωτών, που πήγαινε στη συγκεκριμένη ράφτρα για χρόνια, φτιάχνοντας memento mori από την πρώτη κατοικία των μεταξοσκωλήκων.
Αν η μητέρα ήταν μεταξωτή, ο πατέρας ήταν κόκκινος. Η Σουίντον περιγράφει τη στολή του με τη γοητεία που φέρουν τα κορίτσια στο προ-φρουδικό στάδιο όταν παρατηρούν τον πατέρα τους ερευνητικά: «Τίποτα δεν έχει ανταγωνιστεί ποτέ, την έλξη αυτού του κοντού σακακιού με το κόκκινο και τη χρυσή κλωστή, τα σήματα και τα ριγέ παντελόνια». Ήταν η στολή της εθνοφυλακής τοξοτών της Σκωτίας, που έχει ακόμη και αδιάβροχο για το καπέλο.
Και τότε έρχεται η επιστολή. Γραμμένη από τον πατέρα της στις 27 Απριλίου 1945, από νοσοκομείο στη Γερμανία, στα δεκαεννιά του χρόνια: «Αγαπητή μαμά, χθες πήραν την απόφαση που σχεδόν φοβόμουν αλλά παράλληλα έλπιζα να πάρουν. Έκοψαν το πόδι μου λίγο πάνω από τον αστράγαλο. Έτσι βρίσκομαι στην ίδια θέση με τον μπαμπά». Ο παππούς της είχε χάσει το αριστερό του πόδι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τώρα ο γιος συνεχίζει αυτή την παράδοξη παράδοση. «Μη στενοχωριέσαι, παρακαλώ», θα γράψει πριν δηλώσει ότι του έχουν τελειώσει οι λέξεις. Τόσο αξιοπρεπής που υπογραμμίζει πως σχεδόν επιθυμούσε τον ακρωτηριασμό του σαρωμένου ποδιού του από θρυμματισμένα οστά.
Η Σουίντον μεταμορφώνεται σε παιδί και παρατηρητής μαζί· διαβάζει αυτές τις γραμμές ήρεμα, αλλά το ακροατήριο αισθάνεται το βάρος τους. Πόσα σώματα έχουν περάσει από αυτές τις στολές; Πόσα σημάδια κουβαλούν τα υφάσματα που ξεπλύθηκαν με λάσπη και βροχή; Και αυτά τα οικόσημα ή τα μετάλλια που καρφίτσωναν στα ρούχα, σα να ήταν προάγγελος των πρώτων barcode.
Ο μπαμπάς της, με το προσθετικό πόδι που θα κοιτάξει σαν καθισμένο τηλεσκόπιο λίγο πριν μας αποχαιρετήσει, αυτός που αγαπούσε τη ροζ ζακέτα του όσο και την κόρη του. Ο ίδιος, που το δικό του κόκκινο, κατά ένα ποιητικό τρόπο, ήταν και ροζ.
Και έρχεται ο Κήπος στις Πέτρες για να πετρώσει, για να στεριώσει, για να υψώσει την ανάμνηση που φέρει ένα όνομα: Derek Jarman. Ο Derek και το πουλόβερ του· ένα απλό πουλόβερ που μοιράζονταν οι δυο τους, εναλλάξ, χωρίς κανόνες, μόνο βάσει του ποιος το είχε φορέσει τελευταίος, θα ανοιχτεί και θα ξαναδιπλωθεί με ιεροτελεστία, τώρα χωρίς σώμα. Όταν ο Jarman πέθανε, ήταν σειρά της Σουίντον να το φορέσει, αλλά δεν το έχει φορέσει έκτοτε. Είχε ένα λεκέ. «Έχει μια μικρή τρύπα κάτω από τη μασχάλη. Δεν μπορώ να τη ράψω», θα πει.
Ο Jarman ήρθε στη ζωή της με έναν τρόπο σχεδόν μυθολογικό: χρειαζόταν για μια ταινία του κάποιον/α που να μοιάζει με το μοντέλο του Καραβάτζιο. Η Σουίντον έμοιαζε. Τη δέχτηκε στο διαμέρισμα του στο κεντρικό Λονδίνο (αν συγκράτησα σωστά, το νούμερο του διαμερίσματος ήταν 19, όπως και αυτό της διεύθυνσης του σπιτιού της). Κρατούσε επί τρεις ώρες μια βιντεοκάμερα στο πρόσωπο της. Πόσο θα ήθελε να έβρισκε αυτές τις κασέτες, αναφέρει. Έτσι ξεκίνησε μια φιλία που κράτησε χρόνους, άφησε σε εμάς επτά ταινίες, και όμορφες ιστορίες για ένα εκπληκτικό σπίτι και έναν κήπο στην άκρη του κόσμου.
Είχα διαβάσει και εγώ κάποτε το «Derek Jarman’s Garden». Πίστεψα μια στιγμή ότι η ικανότητα αυτού του ανθρώπου να δίνει ζωή σε κάθε «πράσινη» μορφή που ξεκουράζεται στον κήπο, θα μεταφερόταν απλά με την ονοματοδοσία του, έτσι βάφτησα τον βασιλικό μου Derek I. Κάποια στιγμή έφτασα στον Derek VII και έκτοτε, όταν ήθελα να βαφτίσω ένα βασιλικό τον ονόμαζα Derek VII, έτσι για το ονόρε. Η δουλειά του Derek με είχε συγκινήσει τότε τόσο πολύ, που, φοιτητής ακόμα, είχα γράψει μια όπερα τρομάρα μου εμπνευσμένη από μια φανταστική συνάντηση του Derek Jarman με τον θάνατο. Το είχα ονομάσει «Ιόχρουν», σαν μια απόχρωση από τα τσάκρα που πλησίαζε τη ματζέντα. Τώρα που το σκέφτομαι ήταν κάτι πολύ παιδικό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Συναντούσε πρόσωπα που συνδέονταν με κάθε μια από τις χρωματικές αποχρώσεις των Τσάκρας. Είχα δε κλέψει και τον επικήδειο της Τίλντα από ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στον Derek. Στη φαντασία μου, όλα αυτά τα χρώματα έρχονταν για να τα αποχαιρετήσει όσο τυφλωνόταν από την αρρώστια του. Έπρεπε να διαλέξει όμως μονάχα ένα χρώμα να τον οδηγήσει στην τελευταία χρωματική του ανάμνηση. Το κοινό, υποψιαζόταν ότι ήταν το «μπλε», αυτό που επικαλέστηκε στην τελευταία του ηχητική ταινία· στο μυαλό μου ήταν το «Ιόχρουν». Τέλος με τα δικά μου όμως…
Το Prospect Cottage στο Dungeness, το σπίτι που αγόρασε χωρίς δεύτερη σκέψη και το μετέτρεψε σε σκηνικό χώρο, μετατράπηκε σε ένα από τα πιο συγκινητικά καλλιτεχνικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα, και η Σουίντον το περιγράφει με τα μάτια της αφήγησης. Ο Jarman είχε μόλις πάρει τη διάγνωση. Ήταν θετικός στον ιό του HIV. Δεν το έκρυψε ποτέ. Ήταν 1988. «Μιλούσαν (στην Αγγλία) για αποικίες λεπρών», θυμάται η Σουίντον και για «Κυβερνητικά νησιά απομόνωσης». Όταν πέθανε ένας συγγενής του και του άφησε £30.000, εκείνος αγόρασε από μια συμπαθέστατη κυρία εκείνο το μαύρο σπίτι με τα κίτρινα παράθυρα, κοντά σε μια παραλία από βότσαλα, δίπλα σε έναν πυρηνικό σταθμό.
«Πήγαμε να βρούμε ένα δάσος με βιολέτες και το βρήκαμε. Και μετά συνεχίσαμε να οδηγούμε και φτάσαμε στο Dungeness και είπε: «Θέλω να βρω ένα μέρος να φυτεύω πράγματα». Και εγώ σκέφτηκα… εντάξει. Το Dungeness είναι μια περίεργη επιλογή. Υπάρχουν μόνο πέτρες».
Αλλά ο Jarman φύτεψε· επέλεξε τα πιο αντιδραστικά στην επιβίωση φυτά, και αυτό ήταν το σύμβολο που ξεπερνούσε κάθε ορισμό καλλιτεχνικής δήλωσης. Ήταν ένας άντρας που γνώριζε ότι πεθαίνει, που έζησε σε μια εποχή όπου η αρρώστια ήταν καταδίκη και το AIDS ήταν πρόσχημα αποκλεισμού· και επέλεξε να φροντίσει έναν κήπο. Να φυτεύσει, να ποτίσει, να περιμένει. Σαν να έλεγε: ο χρόνος μου είναι ελάχιστος αλλά ο κόσμος θα συνεχίσει να ανθίζει.
Η Σουίντον κρατά στο γραφείο της έναν μικρό κλώνο του πρώτου φυτού που είχε φροντίσει ο Jarman στα επτά του χρόνια, μια ολόκληρη γενεαλογία που δεν γράφεται σε χαρτί αλλά μεταφέρεται σε ρίζες. Ο κήπος του Dungeness είναι σήμερα καλλιτεχνική κατοικία, η «μπαταρία εφηρμωσμένης πρακτικής» όπως την αποκαλεί. Εκείνος θέλησε να χτίσει κάτι που θα ζούσε μετά από αυτόν, και το έκανε με βότσαλα, άγρια χόρτα, σκουριά και αντάρα.
«Πώς ανταποκρίθηκε όταν έλαβε τη διάγνωση;» ρωτά ο συνομιλητής της και επιμελητής της έκθεσης. «Νομίζω ότι σε πολλούς τρόπους ο Derek «γαλβανίστηκε» από αυτό», απαντά. «Ίσως κάπως του άρεσε η ιδέα να πεθάνει νέος, γιατί ήταν πολύ ματαιόδοξος, και ήταν ποιητής […] του άρεσε η ιδέα να εξέλθει με δόξα. Αλλά ήταν πολύ επικεντρωμένος από αυτό».
Και στον παραγωγό του έλεγε, κάθε φορά που χρειαζόταν χρηματοδότηση: «Πες τους ότι θα είναι η τελευταία μου ταινία, James». Το είπε τέσσερις φορές.
-«Σου λείπει;», θα την ρωτήσει.
«Κάθε μέρα».
Τα ρούχα της Σουίντον για τις ταινίες της έχουν ξεχωριστή ζωή. Το φόρεμα του Lacroix που φόρεσε ως Βασίλισσα Ισαβέλλα στον «Εδουάρδο Β’» του Jarman, επηρεασμένο από το κοστούμι της Wallis Simpson σε πορτρέτο του Angus McBean, έχει μεταφερθεί σε όλες τις εποχές και πλέον υπάρχει στο πορτρέτο της που επιμελήθηκε ο John Byrne (πρώην σύζυγός της και πατέρας του παιδιού της) και βρίσκεται εκτεθειμένο στη Σκωτική Εθνική Πινακοθήκη.
Για τα Όσκαρ, ο Alber Elbaz της έφτιαξε ένα βελούδινο φόρεμα που χυνόταν από τον ένα ώμο της που ξύστηκε κατά λάθος κατά τη μεταφορά. Αντί να το αλλάξει, όπως της πρότεινε με ένα ίδιο, η Σουίντον πήρε το μαχαίρι και χάραξε το ύφασμα παντού, κάνοντας τυχαία ζημιά από αισθητική επιλογή. Οι πληγές βλέπετε, είναι ομορφότερες όταν το ρούχο σε κοιτά με περηφάνια. Και ήταν ένα ρούχο που είχε όλα όσα δεν ήθελε η Τίλντα: ήταν μαύρο και φώναζε «είμαι εδω»! Οι Αμερικανοί κριτικοί μόδας το σιχάθηκαν. Την αποκάλεσαν «σακούλα σκουπιδιών». Ήταν χωρίς ορατό μακιγιάζ, με κοντά κόκκινα μαλλιά. Της είπαν ότι έμοιαζα με τον Thom Yorke, και εκείνη αντί να δεχτεί την προσβολή, το φόρεσε γαλόνι. Αυτή η αταραξία, αυτή η αδιαφορία για την κοινή γνώμη, δεν είναι ποζαρισμένη αντισυμβατικότητα.
Το φόρεμα του Adrian, χειροποίητο, σπάνιο, αγορασμένο σε second-hand κατάστημα στο Portland, Oregon, εμφανίζεται στη σκηνή. Ήταν ο μόδιστρος της Greta Garbo. Ήταν ζωγραφισμένο στο χέρι και είχε ένα λοξό φτερό, για πλάγιες πτήσεις. «Η Garbo, πάντα», μονολογεί πως ήταν η αγαπημένη της κινηματογραφική μορφή. Και η Carole Lombard, «η πιο αστεία ανθρώπινη ύπαρξη που γεννήθηκε ποτέ». Και η Delphine Seyrig, που τη γνώρισε το 1988 στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο Γυναικών Κινηματογραφιστών στη Γεωργία και έτρεχαν μαζί στα μουσεία.
Μια Φούστα με τις Τρίχες στο τέλος, η κιλτ με τις τρίχες από πέντε λευκά σπανιέλ (τέσσερα από τα οποία δεν ζουν πλέον) είναι ίσως το πιο συγκινητικό αντικείμενο της βραδιάς. «Αν το φέρετε στο μουσείο, θα καθαρίζατε τις τρίχες;» ρωτά τον επιμελητή. Κι εκείνος απαντά με επαγγελματική ειλικρίνεια ότι ίσως. «Γιατί τέσσερα από αυτά τα σπανιέλ δεν είναι πλέον μαζί μας», λέει η Σουίντον. «Δεν θέλω να καθαρίσω αυτή την κιλτ».
Το φαρδύ για το σώμα της παλτό του 1985, αγορασμένο με αυτοθυσία για το τότε βαλάντιο της: «Μπορώ να δικαιολογήσω την τιμή αν το φορέσω μέχρι τα ενενήντα», είχε πει στον τότε εαυτό της. «Δεν είμαι ακόμη ενενήντα. Το φοράω ακόμη».
Και το αγαπημένο ροζ καρδιγκάν του πατέρα που είπαμε με προοικονομική διάθεση· ένα ροζ που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει (σε αντίθεση με τη στολή κυνηγιού που την αποκαλούσαν ροζ ενώ ήταν κόκκινη), ζωηρό, αναιδές, αδιαπραγμάτευτο. Τον αγόρασε εκείνος. Τον φοράει τώρα εκείνη. «Όταν παρατήρησα ότι ο πατέρας μου το αγαπούσε, αναθεώρησα την άποψή μου γι’ αυτό. Το αγαπώ τώρα».
«Σας τρομάζει ο θάνατος;»
«Όχι. Αυτό που με νοιάζει είναι η ζωή. Ο θάνατος δεν έχει ιδιαίτερα ενδιαφέρων».
Μας παραπέμπει σε μια σκηνή από το «Memoria» με τον Apichatpong Weerasethakul: ένας άντρας πεθαίνει και ξαναζωντανεύει. Τον ρωτάει πώς ήταν ο θάνατος. «Δεν ήταν τίποτα», λέει. «Απλώς σταμάτησα να ζω».
Ρεπορτάζ: Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος
Διαβάστε επίσης:
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος








































































































