Εξετάσεις αίματος επιτρέπουν πλέον τη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ με ακρίβεια 90%, ενώ η αντιμετώπιση συγκεκριμένων τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου μπορεί να περιορίσει κατά 45% τον αναμενόμενο αριθμό περιστατικών άνοιας έως το 2050. Παράλληλα, νέα φάρμακα που επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου έχουν εγκριθεί, αλλά η πρόσβαση των ασθενών σε αυτά παραμένει περιορισμένη λόγω του υψηλού κόστους τους.
Τα νεότερα δεδομένα στη νόσο Αλτσχάιμερ παρουσίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ομότιμη καθηγήτρια Νευρολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών Μάγδα Τσολάκη, με αφορμή διάλεξη με θέμα «Νέες προσεγγίσεις στη διάγνωση, πρόληψη και αντιμετώπιση της άνοιας» που θα δώσει σήμερα στις 19:00 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.
Διάγνωση με εξέταση αίματος
Στο πεδίο της διάγνωσης, η αξιοποίηση βιοδεικτών, όπως η φωσφορυλιωμένη tau-217 (p-tau217) και το β-αμυλοειδές 1-42 (Aβ42), επιτρέπει πλέον τον ταχύτερο και πιο στοχευμένο εντοπισμό της νόσου.
«Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε εξετάσεις αίματος στο πλάσμα, στις οποίες, με δύο πρωτεΐνες, τη φωσφο-Τ 217 και το β-αμυλοειδές 1-42, που εξετάζουμε, μπορούμε να θέσουμε τη διάγνωση της νόσου Alzheimer σε ποσοστό 90%», εξήγησε η κ. Τσολάκη.
Όπως σημείωσε, ένα αρνητικό αποτέλεσμα αποκλείει το Αλτσχάιμερ και στρέφει την έρευνα προς άλλες μορφές άνοιας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι εξετάσεις αίματος δεν υποκαθιστούν τη συνολική διαγνωστική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει κλινική εξέταση, νευροψυχολογική εκτίμηση, ειδικές εξετάσεις αίματος και μαγνητική τομογραφία. «Αφού τα δει όλα αυτά ο γιατρός, στη συνέχεια αποφασίζει την τελική διάγνωση και τη θεραπεία», ανέφερε.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά, μέσω ψηφίσματός της, τη δωρεάν διενέργεια των νέων διαγνωστικών εξετάσεων, το κόστος των οποίων ανέρχεται στα 485 ευρώ (220 ευρώ οι πρωτεΐνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 230 ευρώ οι πρωτεΐνες στο αίμα και 35 ευρώ το προδιαθεσικό γονίδιο ε4 της Απολιποπρωτεΐνης Ε).
Mείωση του 45% των περιστατικών με την πρόληψη
Σε ό,τι αφορά την πρόληψη, η κ. Τσολάκη υπενθύμισε ότι μέχρι σήμερα η διεθνής κοινότητα εστίαζε σε 14 τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου: τον σακχαρώδη διαβήτη, την υπέρταση στη μέση ηλικία, την παχυσαρκία, την καθιστική ζωή, την υψηλή LDL χοληστερόλη, το κάπνισμα, την κατάθλιψη, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, την κοινωνική απομόνωση, τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, την απώλεια ακοής, την απώλεια όρασης, την ατμοσφαιρική ρύπανση από διοξείδιο του θείου, μονοξείδιο του άνθρακα, όζον και μικροσωματίδια και την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
«Έχουμε δυνατότητα πρόληψης στο 45%. Δηλαδή, ο ρυθμός των ανοιών που περιμένουμε το 2050 μπορεί να είναι περίπου ο μισός, αν τελικά αντιμετωπίσουμε έγκαιρα αυτούς τους προδιαθεσικούς παράγοντες», τόνισε.
Τον κατάλογο αυτό, όπως ανέφερε η κ. Τσολάκη, διεύρυνε τον Ιούλιο του 2026 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας με πέντε νέους παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τη φαρμακευτική αγωγή κατά την εμμηνόπαυση, με στόχο να αμβλυνθεί η απότομη πτώση των οιστρογόνων, στην οποία αποδίδεται η συχνότερη εμφάνιση άνοιας στις γυναίκες.
Στους νέους παράγοντες περιλαμβάνονται επίσης η άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, με θρομβόλυση ή θρομβεκτομή, ώστε να αποτραπεί η αγγειακή άνοια, η διόρθωση του ύπνου στις έξι έως οκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο, η θεραπεία του AIDS και η ισορροπημένη διατροφή.
Για το AIDS, η κ. Τσολάκη ανέφερε ότι «όταν θεραπεύσουμε το AIDS, οι άνθρωποι δεν παθαίνουν άνοια στην πορεία».
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τη χορήγηση αντιπηκτικών για την πρόληψη των εγκεφαλικών, ξεκαθάρισε ότι η χορήγησή τους αφορά όσους έχουν νόσημα που αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος ή έχουν υποστεί εγκεφαλικό ή έμφραγμα. «Δεν συστήνεται να παίρνουν αντιπηκτικά οι άνθρωποι όταν είναι υγιείς και δεν έχουν κανένα πρόβλημα», σημείωσε.
Νέα φάρμακα, αλλά χωρίς κρατική κάλυψη
Στο θεραπευτικό σκέλος, η κ. Τσολάκη αναφέρθηκε στα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη και ντονανεμάμπη, τα οποία έχουν λάβει έγκριση από τον FDA και τον EMA. Οι θεραπείες απευθύνονται σε ασθενείς με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια, με καλύτερα αποτελέσματα στην πρώτη περίπτωση, και δεν αναστρέφουν τη νόσο, αλλά επιβραδύνουν την εξέλιξή της.
Η πρόσβαση των ασθενών, ωστόσο, παραμένει ουσιαστικά ανέφικτη, καθώς, σύμφωνα με την κ. Τσολάκη, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει αναλάβει ακόμη το κόστος, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 50.000 ευρώ για 18 μήνες. Ωστόσο, έχουν εγκριθεί και τα δύο φάρμακα ή ένα από αυτά σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Ταϊβάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, το Ισραήλ και η Νότια Κορέα.
«Τα ευρωπαϊκά κράτη έκαναν πίσω, γιατί είναι ακριβά και χρειάζεται να γίνει ένας προϋπολογισμός των υπουργείων Υγείας για την επόμενη χρονιά», ανέφερε. Ένας άλλος λόγος που πολλά κράτη δεν έχουν εγκρίνει αυτά τα φάρμακα είναι ότι συνοδεύονται και από ανεπιθύμητες ενέργειες. Επομένως, κάθε ασθενής πρέπει να πληροί κάποια κλινικά και εργαστηριακά κριτήρια για να πάρει τα καινούργια φάρμακα.
Στην Αθήνα, σε δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, έχουν ήδη ξεκινήσει θεραπεία 30 ασθενείς. «Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε βάλει κανέναν ασθενή, διότι δεν έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να πληρώσουν τόσα χρήματα», πρόσθεσε.
Τα δύο σκευάσματα χορηγούνται ενδοφλεβίως σε νοσοκομείο, ενώ η λεκανεμάμπη έχει εγκριθεί πρόσφατα και σε υποδόρια μορφή, που μπορεί να χορηγείται στο σπίτι, χωρίς να έχει εγκριθεί στην Ελλάδα. Οι διαθέσιμες πληροφορίες καλύπτουν 18 μήνες, ενώ μελέτες επέκτασης έχουν φτάσει έως και τα τέσσερα χρόνια, εφόσον δεν εμφανίζονται ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά την κρατική κάλυψη των μονοκλωνικών αντισωμάτων για όσους πληρούν τα κριτήρια, ενώ στις προτεραιότητές της περιλαμβάνονται επίσης η κατάρτιση Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για καινούργιες δομές για την άνοια και η περαιτέρω ανάπτυξη οργανωμένων μοντέλων προσωποκεντρικής φροντίδας μετά τη διάγνωση.
Η κ. Τσολάκη υπογράμμισε ότι η στήριξη των ασθενών δεν σταματά εκεί όπου τελειώνει η φαρμακευτική επιλογή, καθώς τόσο οι ασθενείς όσο και οι περιθάλποντες εκπαιδεύονται στα Κέντρα Ημέρας. «Δεν τους εγκαταλείπουμε επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στα καινούργια φάρμακα», κατέληξε.








































































































