Ανοικτά των ακτών της Δυτικής Αφρικής βρίσκεται το κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, στο οποίο ξέσπασε χανταϊός με αποτέλεσμα να πεθάνουν τρεις από τους περίπου 150 επιβάτες.
Τουλάχιστον ακόμα τέσσερις άνθρωποι έχουν αρρωστήσει από τον ιό hantavirus, ο οποίος συνήθως μεταδίδεται μέσω της εισπνοής μολυσμένων περιττωμάτων τρωκτικών. Τα καταστρώματα και οι χώροι συγκέντρωσης είναι πλέον έρημα, καθώς – όπως ανέφερε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) -, οι επιβάτες βρίσκονται σε απομόνωση στις καμπίνες τους.
«Οι μέρες μας κυλούν σχεδόν κανονικά, απλώς περιμένουμε να βρουν μια λύση οι Αρχές», δήλωσε στο Associated Press ένας 31χρονος επιβάτης, συμπληρώνοντας ότι «το ηθικό στο πλοίο είναι υψηλό και απασχολούμαστε με διάβασμα, ταινίες και ζεστά ροφήματα».
Μια άλλη επιβάτιδα είπε μιλώντας στον βελγικό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό VRT ότι οι επιβάτες λαμβάνουν πληροφορίες σε τακτά χρονικά διαστήματα: «Είναι ακριβείς. Για τα υπόλοιπα, είναι θέμα αναμονής. Σήμερα λάβαμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για εμάς».
Εκπρόσωποι της εταιρείας Oceanwide Expeditions που εκμεταλλεύεται το πλοίο δήλωσαν ότι πρόκειται να καταπλεύσει στα Κανάρια Νησιά, κάτι που επιβεβαίωσε λίγο αργότερα το υπουργείο Υγείας της Ισπανίας. Όταν το πλοίο φτάσει εκεί, σε τρεις με τέσσερις ημέρες, θα εξεταστούν από ιατρικές ομάδες όλοι οι επιβάτες και το πλήρωμα και στη συνέχεια θα αναχωρήσουν για τις χώρες τους.
«Οι μέρες μας κυλούν σχεδόν κανονικά, απλώς περιμένουμε να βρουν μια λύση οι Αρχές», λέει 31χρονος επιβάτης
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, το Πράσινο Ακρωτήριο δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει αυτήν την επιχείρηση. «Τα Κανάρια Νησιά είναι ο κοντινότερος προορισμός με τις απαραίτητες δυνατότητες. Η Ισπανία έχει ηθικό και νομικό χρέος να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων είναι και πολλοί ισπανοί πολίτες», αναφέρει η ανακοίνωση του ισπανικού υπουργείου.
Το αντίστοιχο υπουργείο του Πράσινου Ακρωτηρίου ανακοίνωσε σχεδόν ταυτόχρονα ότι τρεις από τους επιβαίνοντες που έχουν προσβληθεί από χανταϊό θα απομακρυνθούν από το πλοίο εντός των επόμενων ωρών, με δύο αεροασθενοφόρα. Νωρίτερα, είχαν στείλει στο πλοίο ομάδες γιατρών, χειρουργών, νοσηλευτών και εργαστηριακών ειδικών, με ειδικό εξοπλισμό ασφαλείας.
Αξιωματούχοι στην πρωτεύουσα Πράια, μια πόλη με λιγότερους από 200.000 κατοίκους, δήλωσαν ότι έχουν ενισχύσει τα πρωτόκολλα ασφαλείας, ιδιαίτερα κοντά στο λιμάνι, ως προληπτικό μέτρο κατά της μεταδοτικής ασθένειας του χανταϊού.
Το ολλανδικό πλοίο MV Hondius είχε αποπλεύσει την 1η Απριλίου από την Αργεντινή θα πραγματοποιούσε κρουαζιέρα διάρκειας αρκετών εβδομάδων, με προορισμό την Ανταρκτική και διάφορα απομονωμένα νησιά του Νότιου Ατλαντικού. Μετά το ξέσπασμα του χανταϊού, η εταιρεία ενημέρωσε ότι εφάρμοσε το υψηλότερο επίπεδο αντίδρασης, με μέτρα απομόνωσης, πρωτόκολλα υγιεινής και ιατρική παρακολούθηση των επιβατών και του προσωπικού.
Πώς μεταθόδηκε ο χανταϊός
Η δρ Μαρία Βαν Κέρκχοβε, διευθύντρια του τμήματος ετοιμότητας για επιδημίες και πανδημίες του ΠΟΥ, δήλωσε ότι ο οργανισμός διερευνά πιθανή μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο στο πλοίο.
Η ίδια ανέφερε ότι οι Αρχές υποψιάζονται ότι το πρώτο μολυσμένο άτομο πιθανότατα προσβλήθηκε από τον ιό πριν επιβιβαστεί, ενώ έχουν ενημερωθεί ότι δεν υπάρχουν αρουραίοι στο πλοίο.
Το πρώτο θύμα στις 11 Απριλίου ήταν ένας 70χρονος Ολλανδός. Η σορός του απομακρύνθηκε από το πλοίο σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα, στο βρετανικό έδαφος της Αγίας Ελένης, περίπου 1.200 μίλια ανοικτά των ακτών της Αφρικής, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Νότιας Αφρικής.
Η 69χρονη σύζυγός του ταξίδεψε από εκεί με αεροπλάνο στη Νότια Αφρική, κατέρρευσε στο αεροδρόμιο του Γιοχάνεσμπουργκ και πέθανε σε νοσοκομείο στις 26 Απριλίου. Αυτό σήμανε συναγερμό στον ΠΟΥ, ο οποίος προχώρησε στην αναζήτηση των 82 επιβατών με τους οποίους συνταξίδεψε και τους εξαμελούς πληρώματος.
Αξιωματούχοι στην Αργεντινή, όπου ο ιός προκάλεσε 28 θανάτους σε ολόκληρη τη χώρα πέρυσι, δήλωσαν ότι επιβεβαίωσαν πως κανένας επιβάτης δεν παρουσίαζε συμπτώματα κατά την αναχώρηση του «Hondius». Ωστόσο, τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν έως και οκτώ εβδομάδες μετά την έκθεση.
Στη Νότια Αφρική, οι αρχές δήλωσαν ότι έχουν ξεκινήσει την ιχνηλάτηση επαφών, αλλά η πιθανότητα μιας σοβαρής απειλής για τη δημόσια υγεία είναι χαμηλή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους.







































































































