Απάτη με AI και deepfake φωνές CEO απέσπασε 129 εκατ. δολάρια. Μέρος των χρημάτων πέρασε από λογαριασμούς στην Ελλάδα, λέει το κατηγορητήριο.
Με φωνές διευθυνόντων συμβούλων και δικηγόρων φτιαγμένες με AI, ένα διεθνές κύκλωμα φέρεται να απέσπασε πάνω από 129 εκατ. δολάρια (περίπου 115 εκατ. ευρώ) από νοσοκομεία, τράπεζες και εταιρείες. Οι αμερικανικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες σε τρεις άνδρες και, σύμφωνα με το κατηγορητήριο που δημοσιοποιήθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης, μέρος των χρημάτων κατέληξε σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα πριν μετατραπεί σε κρυπτονομίσματα.
Τι σχέση έχει η Ελλάδα με την απάτη
Η Ελλάδα εμφανίζεται στην υπόθεση της απάτης με AI μόνο ως ένας από τους σταθμούς των χρημάτων. Τα ποσά κατευθύνονταν σε λογαριασμούς σε εννέα χώρες: ΗΠΑ, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σιγκαπούρη, Αυστρία, Σλοβακία και Κίνα. Από εκεί γίνονταν κρυπτονομίσματα, ώστε, κατά τις αμερικανικές αρχές, να χαθούν τα ίχνη τους και να μοιραστούν στα μέλη του κυκλώματος.
Από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί δεν προκύπτει ότι εμπλέκονται ελληνικές επιχειρήσεις ή πρόσωπα, ούτε ότι υπάρχουν θύματα στην Ελλάδα. Δεν είναι γνωστό σε ποιες τράπεζες ήταν οι λογαριασμοί ή πόσα χρήματα πέρασαν από αυτούς.
Πώς δούλευε η απάτη με τις ψεύτικες φωνές
Το κόλπο ξεκινούσε σχεδόν πάντα με ένα μήνυμα που έμοιαζε να το στέλνει ο CEO της εταιρείας. Ο υπάλληλος που είχε δικαίωμα να εγκρίνει μεγάλα εμβάσματα μάθαινε ότι θα συμμετάσχει σε μια εμπιστευτική συναλλαγή και ότι πρέπει να μιλήσει με δικηγόρο μεγάλου διεθνούς γραφείου. Ο «δικηγόρος» ήταν κι αυτός μέλος του κυκλώματος και έδινε τις οδηγίες για τη μεταφορά.
Κάποιες φορές προηγούνταν έγγραφα μέσω πλατφορμών ηλεκτρονικής υπογραφής, όπως το DocuSign, και μετά ακολουθούσαν τηλεφωνήματα ή βιντεοκλήσεις. Εκεί έμπαινε το AI, με φωνή από deepfake και σε ορισμένες περιπτώσεις με την εικόνα του πραγματικού στελέχους. Η δράση φέρεται να κράτησε από τον Ιούλιο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2026.
Οι ερευνητές βρήκαν και ένα χειρόγραφο σενάριο με τίτλο «Lawyer Call», με έτοιμες απαντήσεις για κάθε υποψία. Αν ο υπάλληλος ρωτούσε γιατί οι συνάδελφοί του δεν ήξεραν τίποτα, η απάντηση ήταν ότι δεν είχαν υπογράψει ακόμη συμφωνία εμπιστευτικότητας. Για να μη μιλήσει σε κανέναν, το σενάριο επικαλούνταν και τον κίνδυνο παράνομης χρήσης εμπιστευτικών χρηματιστηριακών πληροφοριών.
Ποιοι έχασαν χρήματα
Σε μία περίπτωση η απάτη σταμάτησε στο τσακ. Τον Οκτώβριο του 2024, υπάλληλος μεγάλης επενδυτικής εταιρείας της Νέας Υόρκης ενέκρινε έμβασμα 2,85 εκατ. δολαρίων, όμως το αρμόδιο τμήμα μπλόκαρε την πληρωμή την τελευταία στιγμή.
Άλλοι δεν πρόλαβαν. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, βρετανική εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας έχασε 11,58 εκατ. δολάρια και αμερικανική εταιρεία τροφών για κατοικίδια 5,24 εκατ. Νοσοκομειακός οργανισμός στο Μιζούρι έχασε περίπου 4,83 εκατ., ένας ακόμη στην Καλιφόρνια σχεδόν 3 εκατ. και τράπεζα στο Ρόουντ Άιλαντ 2,68 εκατ.
Ποιοι κατηγορούνται για την απάτη με AI
Κατηγορούνται ο 54χρονος Ισραηλινός Σάρον Χαζάν, ο 42χρονος Γκάι Σιτρίτ, επίσης Ισραηλινός και κάτοικος Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, και ο 41χρονος Τζέικομπ Σόαλ, που ζει στην Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Σόαλ είναι αυτός που φέρεται να χρησιμοποιούσε το σενάριο «Lawyer Call» όταν παρίστανε Βρετανό δικηγόρο.
Ο Χαζάν, κατά τους εισαγγελείς, είχε κεντρικό ρόλο στο ξέπλυμα. Ισχυριζόταν ότι ξεπλένει χρήματα από το 1994, ότι τα τελευταία τρία χρόνια είχε διακινήσει πάνω από 400 εκατ. δολάρια, και αποκαλούσε τον εαυτό του «νούμερο ένα στον κόσμο» στο ξέπλυμα. Το 2008 είχε καταδικαστεί στη Νέα Υόρκη για συνωμοσία με σκοπό τραπεζική απάτη.
Ο Σιτρίτ, που κατηγορείται κι αυτός για ξέπλυμα, είναι ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ψηφιακού μάρκετινγκ Over The Top SEO. Τον Μάρτιο του 2026 η εταιρεία είχε ανακοινώσει νέο τμήμα που βοηθά επιχειρήσεις να εμφανίζονται στις απαντήσεις του ChatGPT και του Gemini.
Ο Σόαλ συνελήφθη στην Ισπανία τον Ιούνιο, ο Χαζάν επίσης στην Ισπανία τον Αύγουστο και ο Σιτρίτ στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο. Οι ΗΠΑ έχουν ζητήσει την έκδοσή τους. Και οι τρεις αντιμετωπίζουν επτά ομοσπονδιακές κατηγορίες, ανάμεσά τους ηλεκτρονική απάτη, διακεκριμένη κλοπή ταυτότητας και ξέπλυμα χρήματος, ενώ για ορισμένα από τα αδικήματα προβλέπεται κάθειρξη έως 20 ετών.
Το FBI αναζητά και άλλα θύματα και καλεί όποια επιχείρηση υποψιάζεται ότι έγινε στόχος να επικοινωνήσει με τις αμερικανικές αρχές.










































































































