Νέα στοιχεία έρχονται στο φως στην υπόθεση του ομαδικού βιασμού φοιτήτριας του Κορνέλ, καθώς σύμφωνα με αρχεία της αστυνομίας του πανεπιστημίου, είχε προηγηθεί σύλληψη για ναρκωτικά στο σπίτι της αδελφότητας ΧΦ, μόλις 22 ώρες πριν από την επίθεση που καταγγέλλει η νεαρή γυναίκα.
Σύμφωνα με το αρχείο συμβάντων της αστυνομίας του πανεπιστημίου Κορνέλ, το οποίο επικαλείται η Cornell Daily Sun, αστυνομικοί έφτασαν στο σπίτι της ΧΦ λίγο μετά τη 1 τα ξημερώματα της 19ης Οκτωβρίου 2024, λίγες ώρες πριν από το βιασμό. Εκεί έγινε σύλληψη για ναρκωτικά και ένα άτομο παραπέμφθηκε στο Γραφείο Φοιτητικής Συμπεριφοράς του πανεπιστημίου.
Το αρχείο δεν προσδιορίζει την ταυτότητα του ατόμου που συνελήφθη ούτε τα ναρκωτικά που αφορούσε η υπόθεση. Επίσης, μέχρι στιγμής δεν προκύπτει ότι το περιστατικό συνδέεται με τον καταγγελλόμενο βιασμό, αλλά αποδεικνύει την ύπαρξη ναρκωτικών στο σπίτι της αδερφότητας που βιάστηκε η νεαρή φοιτήτρια.
Η πρώην φοιτήτρια του Κορνέλ, η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έγγραφα ως Jane Doe, έχει καταθέσει αγωγή κατά του πανεπιστημίου, της ΧΦ και επτά ανδρών, υποστηρίζοντας ότι μέλη της αδελφότητας την βίαζαν για ώρες στο σπίτι της αδελφότητας, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια κεταμίνης, αλκοόλ και κάνναβης.
Η υπόθεση αφορά σε περιστατικό του Οκτωβρίου του 2024. Η γυναίκα απευθύνθηκε στην αστυνομία του Cornell περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, καταγγέλλοντας ότι είχε πέσει θύμα ομαδικού βιασμού από επτά μέλη της ΧΦ. Η αρχική έρευνα δεν οδήγησε σε ποινικές διώξεις.
«Μία από τις δυσκολότερες εβδομάδες» για το Cornell
Στο μεταξύ, ο πρόεδρος του Cornell, Μάικλ Κότλικοφ, ανακοίνωσε ανεξάρτητη αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο το πανεπιστήμιο διαχειρίστηκε την υπόθεση του 2024.
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, ο Κότλικοφ χαρακτήρισε τις καταγγελίες «βαθιά ανησυχητικές» και δήλωσε ότι χαιρετίζει την ανεξάρτητη αξιολόγηση που θα πραγματοποιήσει εξωτερικό δικηγορικό γραφείο για τον χειρισμό της υπόθεσης από το Κορνέλ.
«Αυτή η εβδομάδα υπήρξε μία από τις δυσκολότερες στην ιστορία μας», ανέφερε, σημειώνοντας ότι το ζήτημα «θα βαραίνει την κοινότητά μας για τα επόμενα χρόνια».
Ο πρόεδρος του Κορνέλ τόνισε ότι υπάρχουν ερωτήματα τόσο για τη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ στην πανεπιστημιούπολη όσο και για τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η έρευνα μετά την καταγγελία.
«Πρέπει να προωθήσουμε μια κουλτούρα στην οποία η σεξουαλική επίθεση θα θεωρείται αδικαιολόγητη και να διασφαλίσουμε ότι η κοινότητά μας είναι ενημερωμένη σχετικά με τη συναίνεση», είπε.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας ενός περιβάλλοντος στο οποίο τα θύματα σεξουαλικής επίθεσης «θα νιώθουν ασφαλή να μιλήσουν και θα αντιμετωπίζονται με συμπόνοια και αξιοπρέπεια», κάνοντας λόγο για «μια καθοριστική στιγμή» στην ιστορία του Cornell.
«Δεσμεύομαι να ερευνήσω» τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η υπόθεση, δήλωσε ο Κότλικοφ, προσθέτοντας ότι τόσο η διοίκηση όσο και η πανεπιστημιακή κοινότητα «οφείλουν να κάνουν περισσότερα».
Η ανακοίνωση του πρύτανη έρχεται ενώ πληθαίνουν τα ερωτήματα για τον αρχικό χειρισμό της υπόθεσης από τις αρχές. Σύμφωνα με έγγραφα που έχουν γίνει γνωστά, η αστυνομία του Cornell είχε συλλέξει πρόσθετο υλικό και είχε λάβει καταθέσεις και ανώνυμες πληροφορίες κατά τις πρώτες εβδομάδες της έρευνας, χωρίς το υλικό αυτό να έχει εξεταστεί από το γραφείο του εισαγγελέα πριν από την αρχική απόφαση να μην ασκηθούν διώξεις.
Η καταγγέλλουσα έχει επίσης υποστηρίξει στην αγωγή της ότι το Κορνέλ απέτυχε να την προστατεύσει και να αντιμετωπίσει επαρκώς τους άνδρες που, σύμφωνα με την ίδια, εμπλέκονταν στην επίθεση. Οι επτά άνδρες που κατονομάζονται στην αγωγή αντιμετωπίζουν τις καταγγελίες στο πλαίσιο της αστικής διαδικασίας, ενώ δύο από τους δικηγόρους τους έχουν αρνηθεί δημοσίως τις κατηγορίες.
Η νέα έρευνα των αρχών και η ανεξάρτητη αξιολόγηση που ανακοίνωσε το Cornell αναμένεται να εξετάσουν εκ νέου τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 2024 και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η αρχική καταγγελία.










































































































