RSS
TwitterFacebookPinterest

genikes-asfaleies-insurance-spanos

Banner-radiotaxi-ermis-spanos-site

«Λίμνη από ασήμι» του Νίκου Τακόλα

  • Written by:

Γιάννενα. H πόλη άπλωνε τα μύρια πλουμίδια της σε προθήκες με αργυρά, στα κάστρα και στις πολεμίστρες και στα γυαλιστερά νερά της λίμνης, που ασήμωνε και τα τζάμια των σπιτιών με τις αστραφτερές της αντανακλάσεις. Μια πόλη με ιστορίες και θαύματα, σπαρμένη από παλιά με στρατόπεδα, ένα ακόμα καμίνι της αλλοτινής Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Πόλη ζωσμένη από πανύψηλα χιονισμένα βουνά, τώρα τον χειμώνα, που φύλαγαν επίζηλα την ιστορία της. Έμοιαζαν τα βουνά αθώα στο χιόνι και οι κορφές τους σα λευκές καρακάξες αλμπίνες, που βόσκουν στα λαγκάδια, μα δεν ξεγελούσε τον ενήμερο επισκέπτη η οσμή του αιμάτου τόσων μαχών επί Αλή Πασά εκεί, μηδέ οι σπιουνιές των δυτικών σε τούτα τα μέρη.

Τώρα, ανυποψίαστα εφηβάκια στην πόλη κατοικούσαν τους μουσικούς ήχους της νύχτας, με μια παρακμιακή κουλτούρα, ξεβαμμένη δυτική χλαμύδα μέσα σε σύννεφα καπνού και δημιουργική απλασία, προσδοκώντας άστοχα ένα καλύτερο μέλλον. Είχα πολλά χρόνια να ’ρθω και την προηγούμενη φορά ήμουν απλά περαστικός. Ωστόσο, κάποιες δουλειές μού έδωσαν την ευκαιρία να ανακαλύψω ξανά την πόλη. Το βράδυ αργά βούτηξα τις εικόνες της μέρας σε όσο αλκοόλ μπορούσα να πιω, επηρεασμένος κι από τη βακχεία της πολυπληθούς νεολαίας, κουβεντιάζοντας με έναν παλιόφιλο εδώ και βρισκόμουν στον Παράδεισο.

Η κοπέλα που σερβίριζε ήταν πανέμορφη, διαλεγμένη και άξια στον ρόλο της. Φορούσε μια σειρά σκαλιστά βραχιόλια, είχε μερικά διακριτικά τατουάζ και φαινόταν καλογυμνασμένη. Ήταν χαρούμενη, ευγενική και είχε διάθεση για επικοινωνία. Το ίδιο και ο διάολος, καθώς φαίνεται. Της έπιασα κουβέντα, έτσι για τη γιορτή των στιγμών, χωρίς καμιά ιδιοτέλεια.

«Είστε πανέμορφη», της είπα, «ταιριάζετε σ’ αυτή την πόλη».

Χαμογέλασε, κολακευμένη ίσως, μα σίγουρα αινιγματικά. «Το επόμενο σφηνάκι κερασμένο από μένα, στους δυο σας», έκανε ευγενικά. Έφερε τα ποτά και συνέχισε με τα υπόλοιπα τραπέζια.

«Την έδιωξες», με πείραξε ο φίλος μου, «τι της μίλησες; Θα μπορούσε να είναι κόρη σου».

Τον διαβεβαίωσα πως δεν είχα καμιά πρόθεση ούτε καν κολακείας και ό,τι έκανα ήταν αίσθηση της στιγμής. Είχα απόλυτη επίγνωση των δυνατοτήτων μου. Η κοπέλα τριγυρνούσε στο μαγαζί με το αεικίνητο της νιότης και τα κάλλη της. Νέο κορίτσι, ανέμελο και γελαστό, μακάριζα τη ζωή και τη νιότη της. Και μόνον η θωριά της ξάνοιγε την ψυχή σου, όσο κι αν η ηλικία σου την είχε γκριζώσει.

«Περνάτε καλά;» ρώτησε ευγενικά, περνώντας δίπλα μας.

«Ναι, η πόλη σας είναι φιλόξενη», απάντησα, «σας μοιάζει».

Χαμογέλασε κι απομακρύνθηκε. Γυρνώντας πάλι, έσκυψε προς το μέρος μου και ψιθύρισε πειρακτικά: «Δεν είμαι από δω».

Ένιωσα αμήχανα. Την είχα ταυτίσει με τον τόπο, φαινόταν σα να ξεφύτρωσε απ’ αυτόν. Και ίσως αυτό να συνέβαινε, τελικά.

«Από πού είστε, λοιπόν;» Είχα την αόριστη εντύπωση πως κάπου την ξέρω.

«Κάτω απ’ τ’ αυλάκι. Απ’ την Πελοπόννησο».

«Πάτρα, Καλαμάτα;»

Γέλασε. «Όχι, όχι. Λιγότερο σημαντικό μέρος. Από ένα χωριό της Κορινθίας».

Κάτι κουδούνισε στο μυαλό μου, πιθανόν προειδοποιητικά. Συμπτώσεις. «Ποιος ήταν από κει, ο πατέρας σας ή η μητέρα σας;»

«Η μητέρα».

Άρχισα να φοβάμαι. Ένιωθα ένα ελαφρύ σύγκρυο. «Από ποιο χωριό;»

«Έχει αστείο όνομα, Πουλίτσα το λένε».

Κοίταξα γύρω μου, σα χαμένος. Κάτι μακρινά φώτα ταξίδευαν αργά στη λίμνη. Άλλα πλησίαζαν κι άλλα απομακρύνονταν σέρνοντας και τις σκέψεις μου, ώσπου τις σκόρπισαν ολότελα. Έμεινα κενός κοιτώντας το τραπέζι. Στην ούγια του τραπεζομάντιλου πρόσεξα τελικά το όνομα του μαγαζιού, «Παράξενες Συναντήσεις».

Ήθελα να φύγω, φοβόμουν το τι θα επακολουθούσε. Κρυβόμουν ακόμα κάτω από το γιγάντιο πλατάνι, που μεγάλα μαυροπούλια έβοσκαν τα μπιλάκια του, τα πλατανοκούβαρά του. Θυμόμουνα τη ρεματιά από κάτω του, όπου τσαλαβουτήξαμε γελώντας, για να μην κάνουμε τον κύκλο ως το γεφυράκι. Εκείνη γλίστρησε και έπεσε στα νερά τσιρίζοντας, με γέλια. «Αν πάω έτσι, θα γυρίσω στην Αθήνα γυμνή». Ό,τι κι αν έλεγε ήταν μαγικό. Την προηγούμενη μέρα με μύησε, για πρώτη φορά, στα μυστήρια της ζωής. Ήταν μεγαλύτερή μου, κάπου δύο χρόνια. Εγώ στα δεκαεφτά, σχολική εκδρομή στα Γιάννενα, και κείνη εκπαιδευτική εκδρομή της Χαροκοπείου Οικοκυρικής Σχολής, για εκπαίδευση μιας βδομάδας στη γιαννιώτικη αργυροχοΐα. Ήταν η Ευσταθία, από την Πουλίτσα Κορινθίας. Ένα πρόσχαρο, μελαχρινό κορίτσι, με πλούσια μακριά μαλλιά και βαθιά μάτια. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν σε μια κοινή ξενάγηση στο νότιο τμήμα του κάστρου της πόλης, το Ιτς Καλέ, τη σφηκοφωλιά του Αλή Πασά. Χωρίς να σκέφτομαι λοξοπάτησα μαγνητισμένος μέχρι που έφτασα δίπλα της, χωρίς κουβέντα, χωρίς δεύτερο βλέμμα και πιαστήκαμε σφιχτά απ’ το χέρι. Μας τύλιξε η απώλεια του πλήθους. Ήταν σα να χορεύαμε σιωπηλοί κι αθέατοι στην πλατεία κάποιας γιορτής καρναβαλιού. Παρακαλούσαμε και οι δυο να μην τελειώσει ποτέ αυτή η θεία ξενάγηση, που δεν ακούσαμε ούτε λέξη της, μα ήταν η μουσική συνοδεία της ευτυχίας μας.

Αναγκαστικά έφυγα πρώτος. Το τέλος του θαύματος μας άφησε σε βαθιά μελαγχολία, ήταν οι εποχές των μεγάλων ερώτων. Κι ύστερα βρεθήκαμε στις δυσκολίες. Ούτε γράμμα μπορούσα να πάρω ή να στείλω, ούτε να βρεθούμε. Εγώ ήμουν ο προβληματικός, αφού δεν είχα φύγει ακόμα από την οικογένεια. Χρησιμοποιήσαμε έναν ενδιάμεσο ταχυδρόμο, μια φίλη. Η Ευσταθία θα της έστελνε γράμματα και η φίλη θα μου τα ’δινε, θα ήταν ο σύνδεσμός μας. Μα έτσι δεν γλίτωσα τα ειρωνικά βλέμματά της, ενώ θεωρητικά δεν άνοιγε τα γράμματά μας. Καταφύγαμε στην poste restante, ένα είδος ταχυδρομικής θυρίδας τότε. Έπιασε μόνο για μια φορά. Τη δεύτερη, κάποιος καλοθελητής απ’ τα ΕΛΤΑ τα σφύριξε στη μάνα μου και κείνη σίγουρη ότι… κινδυνεύω, με πέρασε από ανακρίσεις ιεράς εξέτασης. Ήρθε κι ο καιρός των σπουδών μου, έφυγα επιτέλους από την επαρχία για τη συμπρωτεύουσα, τώρα άνοιγε ο δρόμος για τη μεγάλη συνάντηση. Την ενημέρωσα ότι θα προσπαθήσω να τη βρω στην πρώτη ευκαιρία. Μα η ευκαιρία δεν ήρθε ποτέ. Τα γράμματά μου δεν έβρισκαν παραλήπτη και γύριζαν πίσω, τηλέφωνα εύκολα δεν υπήρχαν ακόμα. Κατέβηκα με οτοστόπ στην Αθήνα και την έψαξα απελπισμένα. Δεν κατάφερα περισσότερα απ’ το να ψάχνω χωρίς ελπίδα, στα κύματα των αγνώστων. Κι έτσι, το μικρό μας ειδύλλιο άρχισε να ξεθωριάζει, έγινε θύμηση, μνήμη γλυκόπικρη, ρόδινη νοσταλγία. Και τώρα πάλι στα Γιάννενα, κοντά στον πλάτανο της Ευσταθίας, που θα έψαχνα να τον ξαναβρώ. Είχε ακόμα σημασία κάθε λεπτομέρεια για μένα.

Περνώντας δίπλα μου η κοπέλα, την κάλεσα. «Πώς σε λένε;»

«Λαυρεντία».

«Παράξενο όνομα».

«Κάποιας προγιαγιάς μου. Ούτε ήξερε τη σκούφια της».

«Πόσων χρονών είσαι;»

«Είκοσι τριών, γιατί;»

«Μικρή σ’ έκανε η μαμά σου», μου ξέφυγε.

«Ναι, είκοσι χρονών. Πώς ξέρετε ότι ήταν μικρή;»

Μα μου το έλεγε μια φωνή μέσα μου, που τριβέλιζε το κεφάλι μου. Ναι, όλα ταιριάζανε περίεργα. Η άγνοιά μου, η απειρία μου, η νεανική μου βιασύνη. Η Ευσταθία ήταν πολύ ανήσυχη μετά την πρώτη φορά μας. «Πρέπει να είναι γόνιμη μέρα. Τώρα, μάλιστα! Αυτά μας έλειπαν! Και έχω ορκιστεί να μην κάνω έκτρωση ποτέ», είπε. «Ήταν εντελώς ξαφνικό. Είμαστε στο ύπαιθρο. Δεν ξέρω πώς γίνεται σωστά», απολογήθηκα με ενοχή. Μελαγχολήσαμε για λίγο, μα υπέθεσα πως ήμασταν τυχεροί και θα αποφεύγαμε μια άγουρη εγκυμοσύνη. Τι έγινε, τελικά; Δεν θα έγραφε κάτι στα γράμματα; Έστω σε κάποιο κώδικα; Αν γεννήθηκε, τι απέγινε εκείνο το παιδί; Κι αν…; Παρατηρούσα τη Λαυρεντία αναστατωμένος, μα και κείνη το πρόσεξε και προσπαθούσε να μ’ αποφεύγει. Δούλευε, άλλωστε. Είχα δικαίωμα να ταράξω τα νερά της γαλήνιας λίμνης της; Τα νερά της μνήμης; Γιατί; Η ζωή είχε δώσει δρόμους. Έμενε μόνο η δική μου περιέργεια ακόρεστη.

Την καλέσαμε με πρόσχημα τον λογαριασμό. Ο φίλος μου ήταν βέβαιος πως κορτάριζα τη μικρή και κουνούσε το κεφάλι του αποθαρρυντικά. Τι να του πω; Με ποια φωνή και με τι λόγια; Η Λαυρεντία δεν ήρθε, έστειλε άλλη για να μας ξεφορτωθεί. Μα εμένα έκαιγαν τα χείλη μου απ’ τις σκονισμένες ερωτήσεις μου. Πέρασε, ξαναπέρασε μπροστά μας, δήθεν αδιάφορη. Την επόμενη φορά τη φώναξα διακριτικά, μα καθαρά.

«Ευσταθία…»

Γύρισε αργά, κεραυνοβολημένη. Τώρα ήξερε κι αυτή. Με κοίταζε, με ξανακοίταζε παγωμένη, με περιέργεια και ίσως αγωνία. Κάποιοι στρόγγυλοι κύκλοι έζωσαν τα μάτια της, όσο φαίνονταν στις αναλαμπές των χαμηλών φώτων. «Εσείς ήσασταν στην ξενάγηση και στον πλάτανο στο νησάκι; Εσείς είστε ο Αργύρης της;»

Κούνησα πολλές φορές αργά το κεφάλι μου. Τα πράγματα μπερδεύονταν όλο και περισσότερο. Χρειάζονταν πολλές και απέραντες εξηγήσεις. Ένιωσε αδυναμία να αντιμετωπίσει τη στιγμή. Έδωσε αναβολή στον εαυτό της. Μα ήξερα πια πως δεν θα χανόταν.

«Πρέπει να φύγω τώρα. Σχολάω και με περιμένει το αγόρι μου. Πολλές ζημιές έπαθα στη ζωή μου εξαιτίας σας. Αύριο το πρωί, στις δέκα, θα είμαι εδώ απ’ έξω, να πάμε μια εκδρομή».

«Πού είναι η Ευσταθία;»

«Στην πρωτεύουσα».

«Θα ’θελα να της μιλήσω. Να ακούσω τη φωνή της. Να μου πει πώς είναι».

«Δεν νομίζω πως εκείνη θα το ’θελε».

«Γιατί;»

«Το παρελθόν βάφει και το μέλλον. Αρκεστείτε στην εκδρομή μας. Δεν πρόκειται απόψε να σας πω τίποτα άλλο. Αύριο».

Κι ήταν το χωλό φεγγάρι παγιδευμένο σε σύννεφα βαριά, σαν σε πέτρινη φυλακή, κι ήταν η νύχτα ανάκατη, που ξέβραζε ψόφια καλάμια και σφενδαμόξυλα ιστορημένα ή ακόμα ανιστόρητα. Κι οι χαράκτες του μέλλοντος θα ξανάπιαναν τα μισοφάγωτα από κει που τα άφησαν οι παλιότεροι. Ο αέρας έφερνε τρεμουλιαστά βελάσματα κατσικιών, άτιτλα πολυβόλα, όσο η λίμνη αντηχούσε τους καημούς των κυμάτων της. Ανακάτευε τους τωρινούς καημούς με τις πολεμικές αγωνίες ληστών και πολεμάρχων. «Μην ξύνετε τις πληγές του παρελθόντος», έσκουζε η λίμνη. Ένα απότομο ξέβρασμά της έπνιξε στα νερά όλα τα αποκαθηλωμένα σανίδια στις παραλιακές χασαποταβέρνες.

 

Πρωί πρωί κοιτούσαμε το άγριο φαράγγι του Βίκου αμήχανα, βαθύτερο δεν υπάρχει στον κόσμο, μου είπε η Λαυρεντία, πετώντας μικρά χαλικάκια καθένας στις σκέψεις του. Αποφεύγαμε να κοιταχτούμε. Η μέρα ήταν μουντή. Οι αετοί μάς κορόιδευαν απ’ τα πρανή των κάθετων βράχων πάνω μας, βασιλείς της απεραντοσύνης. Ύστερα καβαλούσαν τα ρεύματα του αέρα κάνοντας ασταθείς αιωρήσεις κυκλικά και έκλειναν τις τροχιές τους, χωρίς να κουνήσουν καν τα φτερά τους.

«Η μητέρα μου παντρεύτηκε έγκυος. Μου είπε, πολύ αργότερα, πως δεν ήξερε τότε τίνος απ’ τους δυο σας παιδί είμαι. Δεν ήθελε να καταστρέψει τη ζωή σου, επειδή ήσουν ο μεγάλος της έρωτας αλλά παιδί. Η σχέση σας ήταν θνησιγενής. Και έδωσε αυτή τη λύση. Έναν ανεπιθύμητο γάμο. Δεν ήξερα το δίλημμά της. Πέρασαν χρόνια να μου μιλήσει γι’ αυτό».

«Θέλω να τη δω. Κάλεσέ την… μίλα της πρώτα εσύ», την παρακάλεσα.

«Δεν θα το κάνω ποτέ. Δεν θέλω να ταραχτεί».

Δίκιο είχε. Τι νόημα έχουν οι σβησμένοι κρατήρες αιώνων; Αν ξυπνήσουν, μόνο συμφορές μπορούν να φέρουν. Μα, αφότου έμαθα κάτι γι’ αυτή, δεν μπορούσα να σταματήσω.

«Πώς ζει με τον σύζυγό της; Τον… μπαμπά σου;»

Έκανε κάποιον υποτιμητικό μορφασμό. «Χώρισαν, όταν ήμουν δώδεκα χρονών. Την είχαν λογοδώσει στο χωριό από τα δεκαοκτώ της».

Έμεινα άναυδος.

«Δεν τα πήγαιναν καλά. Δεν ήταν ερωτευμένοι κι αυτό καταδίκασε τη σχέση τους».

«Έχεις αδέρφια;»

«Όχι».

«Δεν είναι δυνατόν να ενήργησε έτσι η Ευσταθία. Έπρεπε να προσπαθήσει να λύσει τον γρίφο αλλιώς. Να φύγει. Να λευτερώσει τη ζωή της», είπα.

Χαμογέλασε πικρά, κάπως. «Με κράτησε, εγώ ήμουν το πρόβλημα και προσπάθησε να μ’ αναστήσει, όσο κι αν πνιγόταν η ίδια. Τίποτα άλλο δε μετρούσε γι’ αυτή».

«Θέλω να τη δω, να μιλήσουμε έστω μια φορά. Ζήσαμε κάτι όμορφο με σφοδρότητα, όπως κι αν εξελίχτηκε».

Ο ουρανός μάζευε σύννεφα αλλάζοντας ξαφνικά διαθέσεις, όπως γίνεται στα βουνά.

«Πάμε να φύγουμε, έρχεται μπουρίνι. Κι εδώ δεν είναι να ρισκάρεις».

Στη διαδρομή μάς πρόλαβε ο χαλασμός. Νερά έτρεχαν από παντού, νερά που κατέκλυζαν τους δρόμους ορμητικά. Με τόσο νερό, ήξερα ότι αρχίζουν να πέφτουν πέτρες και βράχια ή ξηλώνονται οι άκρες του δρόμου, ύπουλα.

«Πώς μεγάλωσες, λοιπόν;»

«Μόνη. Με μια αδερφή της γιαγιάς μου».

«Και κείνη; Η Ευσταθία, η μάνα σου; Σε άφησε και ξαναπαντρεύτηκε; Πώς το ’κανε αυτό; Δε θα μπορούσε, ήξερα την ψυχή της».

Η Λαυρεντία έγινε ένα με το μουντό του γύρω. «Εκείνη απέδρασε, αιφνίδια και ακούσια, για την πρωτεύουσα. Την Πρωτεύουσα των Ουρανών… Εγώ απέδρασα ανήλικη, εκούσια, απ’ το παρελθόν μου και ήρθα να ζήσω εδώ, κοντά στα γυαλιστερά ασήμια του έρωτά της. Δεν είχα τίποτα άλλο πολύτιμο στη ζωή μου. Πιστεύω πως θα το ’θελε και κείνη».

Συγκεντρώθηκα στη δύσκολη οδήγηση. Τα νερά ανέβαιναν τώρα ως τις ρόδες και το αμάξι ταρακουνιόταν, σα λαφρόξυλο στη λίμνη. Εκείνη άπλωσε διστακτικά, σαν υπνωτισμένη, το χέρι της προς το μέρος μου με τα μάτια κλειστά, διαβάζοντας πολύ αργά τον αέρα με κάποια μέθοδο Μπράιγ του αόρατου και της ειμαρμένης, μέχρι που τελικά ακούμπησε ανεπαίσθητα το δικό μου χέρι με τ’ ακροδάκτυλα, σα να έψαχνε το υπόλοιπο του είναι της…

 

O Νίκος Τακόλας γεννήθηκε στη Λάρισα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο ΑΠΘ και εργάστηκε στο εξωτερικό. Εκδοθέντα βιβλία, 4 στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Το τελευταίο του βιβλίο, Οι 32 ώρες της θεάς, 2018, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εντύποις. Στο παρελθόν ασχολήθηκε με κινηματογραφική κριτική και πολιτικό δοκίμιο.

Πηγή του άρθρου είναι: www.diastixo.gr

Insurance-spanos-online-asfaleia

banner-ikaros-new