RSS
TwitterFacebookPinterest

genikes-asfaleies-insurance-spanos

Banner-radiotaxi-ermis-spanos-site

«Καλοκαίρι στο νησί (Ι)» – Ένας ποιητικός χάρτης των ελληνικών νησιών

  • Written by:

επιμέλεια/συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας 

(Τα νησιά είναι σε αλφαβητική σειρά.)

~ Αίγινα / Αγκίστρι ~      

Γιώργος Μπλάνας   

ΑΙΓΙΝΑ

(Έν Αἰγίνῃ γὰρ ἐλέγοντο εἶναι.
Πλάτων: Φαίδων)

Γνώρισα κάποτε στην Αίγινα έναν γέρο
κάπελα, που έλεγε πως όταν θα ερχόταν ο καιρός του
να πάει εκεί όπου πάνε οι κάπελες
όταν έρθει ο καιρός τους, θα έπαιρνε μια βάρκα
και θ’ ανοιγότανε κατά το Αγκίστρι
και θα πνιγότανε, γιατί ο Γρηγόρης Κόρσο –λέει–
του είχε πει πως «ένας κάπελας με τόσο
καλό κρασί δεν πρέπει να το σκάσει απ’ τον θεό»,
αφού –του είπε, λέει– «ο θεός μόνο την θάλασσα βλέπει
και μόνο από την θάλασσα μπορεί να μαζέψει ψυχές».
Και για να δω πώς γίνεται, έλεγε ο γέρος κάπελας,
μ’ έβγαλε έξω και μου έδειξε ίσια πέρα
τον ήλιο, σαν την γόπα στο τηγάνι αλευρωμένη
και μου είπε: «Να έτσι βάζει
το δάχτυλό του ο θεός και σ’ αγκιστρώνει
και σε τραβάει πάνω, άμα πνιγείς και του φτιάχνεις
το καλύτερο κρασί και περνάει μια χαρά
εκεί απάνω» – μου έλεγε ο γέρος κάπελας,
που μέθυσε με το καλύτερο κρασί του αρχαίου κόσμου
τον Γκρέγκορι Κόρσο, τον ίδιο τον Γκρέγκορι Κόρσο,
που έφευγε για το Κατμαντού να γράψει
τ’ ομορφότερο ποίημα που έγραψε ποτέ
ποιητής στο Κατμαντού, με αγγέλους
και δαίμονες κι έναν ωραίο ρινόκερο στο εξώφυλλο
και την λέξη ΕΞΟΔΟΣ, προοπτικά σχεδιασμένη.
Κι όπως μου είπε αργότερα η Κατερίνα Ρουκ,
ο γέρος κάπελας κοίταζε κάθε μεσημέρι
την θάλασσα, μήπως και δει το δάχτυλο του θεού,
ώσπου ήρθε ο καιρός του και πήρε μια βάρκα
κι ανοίχτηκε στην θάλασσα κατά το Αγκίστρι κι έπεσε
και πνίγηκε κι η Ρουκ μού είπε: «Τον καημένο,
τον Παναγάκη». Αυτό μόνο. Έγραψε, όμως, ύστερα,
έναν Επίλογο Αέρα. Κι όταν φυσάει το καλοκαίρι
στην Αίγινα, ακούγεται σαν γόπα αλευρωμένη στο τηγάνι.

~ Αλόννησος → βλέπε Σκόπελος στο Γ’ μέρος του Αφιερώματος ~

~ Αμοργός ~

Αντώνης Φωστιέρης

[ σπάραγμα από την Αμοργό ]

Κάτι αρμέγει μαύρο στ’ όνομά της
Α μ ο ρ γ ό ς
Όπως πλατιά που πλαταγίζει απάνω αστερόεσσα
Νύχτα.

*

Κλεοπάτρα Λυμπέρη

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΝΗΣΙ

Η Αμερική είναι ένα μεγάλο νησί. Στο Μανχάταν τα κτίρια
τρίζουν το καλοκαίρι, στα μουσεία δακρύζουν οι
πίνακες του ντε Κούνινγκ.
Στην Αμερική, σκέφτομαι έναν πελαργό που
υποφέρει από ζέστη στην Αμοργό και αμέσως κατρακυλώ
ως το ποίημα του Γκάτσου.
Το νησί Αμοργός αφορά τη λογοτεχνία, όχι κυρίες στην αμμουδιά
που κάνουν ηλιοθεραπεία. Στην ομπρέλα του ήλιου από κάτω,
με μαγιό –στην Αμοργό–
το 2013 είχα θεία επιφοίτηση: Πως ο Γκάτσος ήταν τζίτζικας
αρχαίος και βγήκε από τη Γη μόνο για να πει:
Ακόμη και ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πιότερα από δυο στήθη
κοριτσιού που σαλεύουν.
Η Αμερική είναι ένα μεγάλο νησί. Καλοκαίρι. Στο Μανχάταν η
πόλη με διώχνει. Η ζέστη λιώνει εαυτούς και αλλήλους.
Οι πίνακες του ντε Κούνινγκ ζηλεύουν
δυο στήθη κοριτσιού που σαλεύουν.

~ Ανάφη ~

Μυρτώ Χμιελέφσκι

ΑΝΑΦΗ

Τα αστέρια που μου έδειχναν πάνω από την ακτή, είπα: θα τα μάθω καλά. Τον Σεπτέμβριο αγόρασα το βαρύ βιβλίο, ακόμα είναι άκοπο στη βιβλιοθήκη. Ούτε η μυθολογία, ούτε τα αστέρια μελετήθηκαν. Άλλωστε ήταν τέχνασμα για να με πείσουν. Ευγενικοί φυσιολάτρες, οπαδοί του ελεύθερου κάμπινγκ.

~ Άνδρος ~

Μαρία Κούρση

[ ΑΝΔΡΟΣ ]

Κοιμάται ανάσκελα πάνω στο νερό
Από τη θάλασσα αέρας υπέρβαρος κάθεται στα μαλλιά της
Νομίζω ότι εδώ γεννήθηκε ο αέρας
Μια σκέψη τυρκουάζ από παλιά
Είναι

~ Αντικύθηρα ~

Νίκος Μοσχοβάκος

Ο ΕΦΗΒΟΣ

Στην είσοδο του λιμανιού
συνάντησα τον Έφηβο των Αντικυθήρων.
Σοβαρός και μετρημένος
με διαβεβαίωσε
ότι η αιωνιότητα είναι βαρετή
ακόμα και για τ’ αγάλματα.
Τώρα μπορώ ανάλαφρα
να σας εγκαταλείψω.

~ Αντίπαρος ~

Ηρώ Νικοπούλου

ΟΚΛΑΔΟΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ
ή ΩΛΙΑΡΟΣ

(από το Άλφα ως το Ωμέγα
ένα τσιγάρο αιώνες)

Αποκάρωμα μεσημεριού στο άσπρο
κάτω απ’ της καμάρας το στενό
κατάχαμα και οκλαδόν
με κοντό παντελονάκι
κρυμμένοι στα μοβ της μπουκαμβίλιας
με νωπό το κάψιμο της άμμου
στις γυμνές πατούσες
κοιτάξαμε για μια στιγμή όλοι το φακό
κλικ
και σωθήκαμε για πάντα στον κύκλο της αγάπης

Κοιμίζοντας τον ήλιο ύστερα
πάνω στο λευκό πλατύσκαλο
τόσο σφιχτά που έγερνε απότομα το σπίτι
και γίνονταν απόγευμα
στο σπίτι το μικρό
που ακόμα πλέει στο κύμα πλάι στη βάρκα
στα γάργαρα τα γέλια του πατέρα
με πόρτες και παράθυρα μαβιά
αγκάλες του χρόνου ανοιχτές

Έξω το καλοκαίρι σαν αλήθεια
επιτηρούσε μελτέμια καράβια κι εραστές
μαζί με το παλιό το Τσιμηντήρι
το Σαλιαγκό και το Δεσποτικό.

(Σ.τ.Π.: Ωλίαρος είναι η αρχαία φοινικική ονομασία του νησιού.)

~ Αστυπάλαια ~

Ειρήνη Ρηνιώτη

ΑΣΤΥΠΑΛΙΑ’

Εδώ χορεύει ο άνεμος φλερτάροντας το φως
Στο βάθος του ορίζοντα οι καμπύλες των δελφινιών
Σχεδιάζουν αναπάντεχα τόξα ζωής στις ράχες των κυμάτων

~ Γαύδος ~

Αγγελική Δημουλή

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΥΔΟ

Τα ερείπια στα χείλια των παιδιών
Και οι κρήνες μες στα χέρια τους
Ένα νησί σχημάτισαν
Στη Γαύδο
Τη νύχτα ξυπνάνε παραμύθια με νεράιδες
Να σβήσουνε τ’ ανέγγιχτα ροδάνια
Μιας και οι μνήμες τα παγώσανε.

~ Δήλος ~

Γιολάντα Σακελλαρίου

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΔΗΛΟΥ

Νύχτα καθισμένη σε βραχάκι
στη θάλασσα πανσέληνος του Αυγούστου
μονοπάτι απ’ το θαύμα ξεδιπλώνει απροσδόκητα
σμήνος παιδιά
χλωμά κρινάκια πάνω στα βότσαλα
παράξενη ησυχία τα τυλίγει στο βάθος της ακτής
στα μάτια τους μελαγχολία
πλήξη

Δίπλα τους νερόλακκοι αντανακλούν
ουρανό και γλάρους
κοχύλια πέτρες μισοτελειωμένα κάστρα
θαλασσινά παιχνίδια· άλλης εποχής

σκυφτοί λιλιπούτειοι θεοί
χωρίς τη χάρη της δημιουργίας
πάνω σε φωτεινές οθόνες
γεμίζουν με απληστία το κενό
χωνάκι τους με παγωτό
και μ’ ένα άγγιγμα
αίφνης χάνονται όπως ήρθαν
μες στη δική τους εικονική πραγματικότητα.

~ DIBLOS (ΔΙΒΛΟΣ ή ΔΙΠΛΟΣ) ~

Γιώργος Χουλιάρας

ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΝΗΣΙ

Τα ψάρια κάπνιζαν
αμίλητα στο τηγάνι
Τσιγαρίζονταν οι πνεύμονες
φιλτράροντας αναμμένο καπνό
Τούφες στον αέρα
κάλυπταν με αφέλεια
το ιδρωμένο πρόσωπο της ημέρας
Το νησί απέπνεε καλοκαίρι
Φυσούσε το αεράκι
έναν σκοπό γνωστό
– αλλά όχι σε εμάς
Έπαιζε ξένα το ραδιόφωνο
από τόπους άλλους
όπου δεν δικτυώνονται τα ψάρια
δεν σπαρταρούν μπουκωμένα θάλασσα
και δεν αλείφονται
πριν κολυμπήσουνε στο λάδι
μιας μακάβριας ηλιοθεραπείας
Δεν βράζουμε όλοι λοιπόν
στο ίδιο καζάνι
Η κουζίνα διαθέτει
και άλλα σκεύη
Ψάρεψέ μου ένα ταψί
Θα σε χορέψω
Ας είναι ξένος ο σκοπός

(Σ.τ.Π.: Το ποίημα μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει στο μυθικό ελληνικό νησί Diblos από το ομώνυμο σημειωματάριο του Αμερικανού ποιητή Τζέιμς Μέριλ.)

~ Δονούσα ~

Μαρία Πατακιά

ΣΤΗ ΔΟΝΟΥΣΑ

Στο ακρωτήρι
δονήσεις ναυάγιου
το κύμα φέρει.
Συντρίμμια πόθων παλιών
στις αμμουδιές τ’ απείρου.

~ Ελαφόνησος ~

Λιάνα Σακελλίου

ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ

Μάζευα στην ποδιά μου μωρά
από τις αμμοθίνες
στον όρμο του Σαρακήνικου.
Το κεφάλι του λείο, λευκό σαν πέτρα.
Δώρο διαβόλου ή γης ρηγάδων;
Είπα, πράγμα του κόσμου κι αυτό,
το πότιζε το σμαραγδί.
Έβγαλε αλμυρή κραυγή σαν το ξερίζωσα.
Οι μάγισσες έφτασαν γρήγορα στο στενό,
το περιμάζεψαν.
Η άμμος ήταν, τους απάντησα, διαρρηγμένη
από το άρμα που έσερναν ελάφια
με τις Χάριτες
ή μάλλον ακροβατούσε
μεγάλος όγκος
στον μύθο

~ Ερεικούσσα / Οθωνοί (Διαπόντια νησιά, Βόρεια Επτάνησα) ~

Λευτέρης Τσώνης

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ

(στιγμιότυπο με τον Νίκο Καρούζο στην παραλία της Ερεικούσσας*)

Αδύνατον να προσεγγίσω
Παίζουν με την όραση εδώ
και κάμποσα ναυτικά μίλια τώρα
Οι Οθωνοί απέναντι
κρυμμένοι, στο λευκό της αντηλιάς ή της επινόησης
και γύρω το ανεξέλεγκτο μπλε χρυσό
αναβοσβήνει στο επικείμενο ναυάγιό μου

Ο Ν.Κ. δίπλα, ξεφυλλίζει τον άνεμο του Ιονίου – σε κάποια φάση
τον ακούω να λέει σ’ ένα γλαρόνι της ακτής
«Το νησί ενέχει την επινόησή του!»
Γυρνάω και τον βλέπω ξαπλωμένο
φαρδύς βαθύς στην άμμο να γελά στο πουθενά.

(Σ.τ.Π.: Το νησί απαντάται και ως «Ερείκουσα».)

~ Εύβοια ~

Λένα Καλλέργη

ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

Το μπαλκόνι μου βλέπει στη δύση
μπροστά μου ο δρόμος
το σπίτι απέναντι
πίσω του η θάλασσα
στο βάθος τα βουνά.

Στο σπίτι απέναντι ένα δώμα
στην οροφή του ανεμοδείκτης
σε σχήμα πουλιού.

Το σούρουπο
στο δώμα ανάβει φως.

Όποιος κι αν μένει εκεί
ας μη φοβάται.

Όταν βοριάς τρελαίνει το μαύρο πουλί
και τόσο γρήγορα γυρίζει που θα σπάσει
όταν αίμα χρυσό μάς κυκλώνει
πάνω από τα βουνά πριν πέσει η νύχτα
όταν το πυροφάνι σβήνει
κι έρχεται η ώρα ανάμεσα στο τώρα και στο χθες
ενώ το μέλλον αφρόντιστο
αργεί στα τοπία που γνωρίζουμε

ας μην ανησυχεί.
Εγώ είμαι εδώ.
Κοιτάζω.

*

Ηλέκτρα Λαζάρ

ΒΟΡΕΙΑ ΕΥΒΟΙΑ

(κάθε 18 Αυγούστου)

Ένα ένα τα δωμάτια σκοτώνονται
του χρόνου πάλι βρικολακιασμένα θ’ ανοίξουν
τα παράθυρά τους
θα φανερώσουν όλα τα νεκρά έντομα που
αιχμαλωτίστηκαν ένα βράδυ
τις τρύπες πάνω στα σεντόνια
κι εκείνο το μπαγιάτικο πράσινο με μπλε
που τόσα χρόνια όλο και ξεβάφει από τα βλέμματα

Μιλάω μ’ έναν δρόμο και μια γυναίκα
μου λένε να προσέξω του χρόνου τα κρεβάτια
από κάτω
κι εκείνες τις πελώριες πρόκες
κι ότι αν είναι να την πάθεις
θα την πάθεις από κρεβάτι και σκουριασμένα καρφώματα
να μου λεν και για το πώς άλλαξε
το στάχυ με τη ρόδα
η ελιά με το αλεξικέραυνο
το κύμα με φοβισμένο σκύλο
και ότι το άσπρο χρώμα κατά βάθος δε μας πάει σ’ αυτόν τον τόπο

Τα σαββατόβραδα μου είπανε χτυπάει πια
η καμπάνα εφτά φορές και
ο πετεινός σωριάζεται
Κι αν έχεις καλό αυτί μού είπαν
θα τ’ ακούσεις να τρέχει γύρω από το κτίσμα
σαν ένας τρελός
σαν την αισχρή την ώρα

Κι εγώ του χρόνου
τίποτε απ’ όλα αυτά να μην θυμάμαι
μόνο εκείνη τη λύπη την απέραντη
που το ξημέρωμα πριν φύγω
λέρωσα το κεντητό της μάνας μου με φτηνιάρικο κρασί

~ Ζάκυνθος ~

Παναγιώτης Μηλιώτης

ΛΑΓΑΝΑΣ

Βλέπεις
ενώ οδηγείς πολύ αργά και προσεχτικά
μεγάλες επιγραφές, φιλόδοξες και κακόγουστες απ’ το μέγα κέρδος
ν’ αναβοσβήνουν μ’ έντονο κόκκινο, κίτρινο και φούξια φωτισμό.
Εδώ διαβάζεις pub κι άλλου club ή restaurant
παντού σερβίρουν αμφιβόλου ποιότητας ποτά.
Όπου να ’ναι θα πυκνώσουν με μπουλούκια Άγγλων
ψάχνονται οι δόλιοι στο σεξ και στον καβγά
μήπως και λησμονήσουν την καταπίεση ενός ολόκληρου χειμώνα.

Κάτι ξέρουν
οι τεράστιοι πράσινοι σταυροί των ανοιχτών φαρμακείων.
Προτιμούν να τους περιθάλπουν και να τους υπομένουν
παρά να σβήσουν οι μισές φιλόδοξες και κακόγουστες επιγραφές.

~ Θάσος ~

Δήμητρα Κωτούλα

ΥΣΤΕΡΟ ΘΕΡΟΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ

Ο κόσμος υπάρχει
προτού τον σκεφτείς

διαλέγω έναν μουσικό αυλό και δοκιμάζω
το καλοκαίρι κατεβάζει σκουριά κι αλάτι
η θάλασσα θνησιγενής και πλήρης
το πλοίο σφυρίζει
το ταβάνι φεύγει
η πεύκη φουσκώνει και φλέγεται
λευκά σπίτια δαγκάνουν νωχελικά
το βουνό στα πλευρά
το τοπίο γυαλισμένος πηλός
σε στίλβωση διαμαντόπαστας
τα σκληρά αντικείμενα της γραφής
στο τραπέζι μου
πέτρα ψαλίδι μολύβι χαρτί
δοκιμάζω

ο κόσμος υπάρχει
προτού τον σκεφτείς.

~ Θήρα / Θηρασιά → βλέπε Σαντορίνη στο Γ’ μέρος του Αφιερώματος ~

~ Ιθάκη ~

Χριστίνα Καραντώνη

ΕΞ ΑΝΑΒΟΛΗΣ ΙΘΑΚΗ

Πόσες και η Ιθάκη ν’ αντέξει
απόπλου αναβολές ή
και οι θυμαριού μοσχοβολιές να
σβήσουν απουσίες;

Μιας νιότης εξηλώθηκαν
ποδόγυρος δαντελωτός οι ακτές
στου νόστου τα απόκρημνα καθώς
αγνάντευαν γαλάζιο

Κάτασπρο κύμα απ’ το Βαθύ
στο Κιόνι ξέβρασεν αργαλειό
επάνω του δύο υφαντά
πνιγμένα γλαροπούλια

Σαν ξέπνοο τραγούδι κάτι
από μακριά για Νάσο λέει
Πούλια και Αυγερινό

~ Ικαρία ~

Αλέξιος Μάινας & Αποστόλης Ηλιόπουλος

ΤΟ ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΖΩΙΑΣ

Ήρθα να ζήσω.
Βράχια θλίψη και νερό
είναι αθάνατα.

~ Ίος ~

Μάκης Μαλαφέκας

[ άτιτλο της Ίου ]

Στις τρεις η ώρα το πρωί
Τους βγάζουν έξω
Μετά από εικοσιένα σφηνάκια τεκίλα,
Κι αυτοί ζητούν δικαίως τα μπλουζάκια με τον πράσινο κάκτο
Τα κέρδισαν με τα στομάχια τους, με τη χολή τους.
Παίζει να τους τα δώσουν, παίζει να τους πλακώσουν στις μάπες
Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.
Στον εικοστό αιώνα ακόμα, κάποτε στην Ίο
Στη χώρα, στα δρομάκια
Στο Slammer Bar
Είναι φρέσκοι
Μαλλιάδες, ολοκόκκινοι
Είναι ηλίθιοι τελείως
Είναι θεοί.

~ Κάλυμνος ~

Στέλλα Δούμου

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Του νησιού τ’ αλάνια τον φώναζαν τρελο-Μηνά
Ήταν λειψός από μυαλό
Κακόμοιρος από λεχούδι γάλα δεν πρόλαβε να πιει από τη μάνα του
Κυλιότανε στης Πόθιας* όλη μέρα τα σοκάκια
Και γέμιζε τις τσέπες του με πέτρες κι άλλους διαβόλους:

μια μαύρη ρίζα ξεραμένη – απ’ τη γέννα του
ένα μπουκάλι με ρακή
και μια σφυρίχτρα.

Σφύριζε στα πουλιά σφύριζε στα καράβια
Σαν τον τσιγκλίζανε τ’ αλάνια, όλο σφύριζε
Κι ύστερα άνοιγε στόμα κατά τον ουρανό
κι έσκουζε συρτά κι ολόψυχα με μια στριγκή φωνή «μανούλα μου».
Μια νύχτα στα κλεφτά πήρε τη βάρκα του Ραφαλιού τού σφουγγαρά
Κι ανοίχτηκε με πέτρες στις τσέπες κι άλλους διαβόλους:

τη μαύρη ρίζα – απ’ τη γέννα του
ένα μπουκάλι με ρακή
και μια σφυρίχτρα.

Κι έπεσε στα βαθιά νερά τάχα μου ο άμυαλος να βρει σφουγγάρια
Κι ήταν σα να ξερίζωσε στ’ αλήθεια ένα σφουγγάρι ο Μηνάς
Σβήνοντας μονομιάς όλα του τα μελλούμενα
Τον ρούφηξε ο βυθός αχόρταγα
Ο ουρανός επάνω κρέπι ακύμαντο
Τον βγάλανε τουμπανιασμένο την άλλη μέρα
Με ένα στόμα ορθάνοιχτο και τσέπες άδειες
Η βάρκα άφαντη, ο Ραφαλιός τραβούσε τα μαλλιά του
Κι όλοι είπαν α, το ζαβό! και τον ξεχάσανε

Τώρα, νύχτα αν σταθείς ώρα πολλή στην προκυμαία
Θ’ ακούσεις –άκου καλά!– απ’ το βυθό ένα σφύριγμα τρελό
κι ένα στριγκό «μανούλα μου»
Θηλάζει πια όλο το γάλα τ’ ουρανού ο τρελο-Μηνάς κι ευχαριστιέται.

(Σ.τ.Π.: Η Πόθια είναι η πρωτεύουσα της Καλύμνου.)

~ Κάρπαθος ~

Στέλιος Χουρμουζιάδης

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

(Άσκηση λιόλουστης σιωπής
μ’ άρωμα θυμαρίσιο.)

Γλάρου λαλιά απ’ τα βαθιά
ν’ ακούσεις δεν μπορείς –
από τον κόσμο της στεριάς
ξέρεις μόνο ν’ απέχεις.

Στης θάλασσας την αγκαλιά
λοιπόν, πέτα ψυχή μου βάρος,
γέλα μ’ ανέμελη ματιά
και βρες καινούργιο θάρρος.

~ Καστελλόριζο ~

Κατερίνα Μαρδακιούπη

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ

Έχασα τα πιο καλά μου ψάρια
στο βυθό
η βάρκα μου γέμισε νερό
ο άνεμος πήρε το καλάμι και
το τσάκισε στα βράχια
έμεινα μόνος
στην επιφάνεια της θάλασσας
κοιτώντας τα κύματα
να παίρνουν μακριά
τον έρωτά της.

~~ ** ~~

Τα ποιήματα των τριών μερών του αφιερώματος δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.
Τα περισσότερα γράφτηκαν για το αφιέρωμα αυτό (Καλοκαίρι 2022). Καλές δροσιές!

τη μαύρη ρίζα – απ’ τη γέννα του
ένα μπουκάλι με ρακή
και μια σφυρίχτρα.

Κι έπεσε στα βαθιά νερά τάχα μου ο άμυαλος να βρει σφουγγάρια
Κι ήταν σα να ξερίζωσε στ’ αλήθεια ένα σφουγγάρι ο Μηνάς
Σβήνοντας μονομιάς όλα του τα μελλούμενα
Τον ρούφηξε ο βυθός αχόρταγα
Ο ουρανός επάνω κρέπι ακύμαντο
Τον βγάλανε τουμπανιασμένο την άλλη μέρα
Με ένα στόμα ορθάνοιχτο και τσέπες άδειες
Η βάρκα άφαντη, ο Ραφαλιός τραβούσε τα μαλλιά του
Κι όλοι είπαν α, το ζαβό! και τον ξεχάσανε

Τώρα, νύχτα αν σταθείς ώρα πολλή στην προκυμαία
Θ’ ακούσεις –άκου καλά!– απ’ το βυθό ένα σφύριγμα τρελό
κι ένα στριγκό «μανούλα μου»
Θηλάζει πια όλο το γάλα τ’ ουρανού ο τρελο-Μηνάς κι ευχαριστιέται.

(Σ.τ.Π.: Η Πόθια είναι η πρωτεύουσα της Καλύμνου.)

~ Κάρπαθος ~

Στέλιος Χουρμουζιάδης

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

(Άσκηση λιόλουστης σιωπής
μ’ άρωμα θυμαρίσιο.)

Γλάρου λαλιά απ’ τα βαθιά
ν’ ακούσεις δεν μπορείς –
από τον κόσμο της στεριάς
ξέρεις μόνο ν’ απέχεις.

Στης θάλασσας την αγκαλιά
λοιπόν, πέτα ψυχή μου βάρος,
γέλα μ’ ανέμελη ματιά
και βρες καινούργιο θάρρος.

~ Καστελλόριζο ~

Κατερίνα Μαρδακιούπη

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ

Έχασα τα πιο καλά μου ψάρια
στο βυθό
η βάρκα μου γέμισε νερό
ο άνεμος πήρε το καλάμι και
το τσάκισε στα βράχια
έμεινα μόνος
στην επιφάνεια της θάλασσας
κοιτώντας τα κύματα
να παίρνουν μακριά
τον έρωτά της.

~~ ** ~~

Τα ποιήματα των τριών μερών του αφιερώματος δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.
Τα περισσότερα γράφτηκαν για το αφιέρωμα αυτό (Καλοκαίρι 2022). Καλές δροσιές!

Πηγή του άρθρου είναι: www.diastixo.gr

Insurance-spanos-online-asfaleia

banner-ikaros-new