RSS
TwitterFacebookPinterestGoogle+

genikes-asfaleies-insurance-spanos

Banner-radiotaxi-ermis-spanos-site

Ελένη Λάππα-Οικονόμου: «Πλατεία Ambiorix»

  • Written by:

Η Ελένη Λάππα-Οικονόμου μάς είναι ήδη γνωστή από τη συλλογή διηγημάτων Εντολή άνωθεν, που είχε εκδώσει πριν από μερικά χρόνια με ιδιαίτερη επιτυχία. Μέσα από την ποικιλία των θεμάτων της είχαμε επισημάνει τότε ως πρωταρχικό στοιχείο τον ρόλο της μνήμης στη ζωή των ηρώων της και τη σχέση παρελθόντος-παρόντος. Στο νέο της βιβλίο, η συγγραφέας επανέρχεται με βασικό θέμα αυτήν ακριβώς τη σχέση, εξ ου και το μότο του βιβλίου από τον Ουίλιαμ Φόκνερ: «Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν παρελθόν». Παρακολουθούμε, λοιπόν, στο βιβλίο πόσο το παρελθόν, όσο οδυνηρό και να είναι, διεισδύει στη ζωή των ηρώων, την επηρεάζει και την αλλάζει. Τίποτε στο τέλος δεν θα είναι όπως πριν.

{loadmodule mod_artspr-article-banner} {loadposition artspr-article-banner}

Η πλατεία Ambiorix, στο μυθιστόρημά της με τον ομώνυμο τίτλο, γίνεται ο τόπος που θα προσδιορίσει πρόσωπα και καταστάσεις, θα δείξει τα τρέχοντα στην επιφάνεια και άλλα υποδορίως, θα φωτίσει πρόσωπα και σκοτάδια του νου και της ψυχής. Θα συνδέσει το παρελθόν με το παρόν, όπως πολύ καλά υπαινίσσεται και η σύνθεση του εξωφύλλου: Η πλατεία κάτω, ο τίτλος στη μέση και οι αντάρτες στα βουνά πάνω. Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών και οι δυο παρόντες σε χρόνο μέλλοντα, λέει ο Τ.Σ. Έλιοτ, συμπληρώνοντας το μότο του Φόκνερ.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Ελεονόρα, που ζει προσωρινά στις Βρυξέλλες τη δεκαετία του ’90, ανάμεσα σε επιφανείς υπαλλήλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατοίκους της συγκεκριμένης πλατείας. Σαν μεταναστευτικό κέντρο για σπουδαίους, θα λέγαμε, πριν αναβαθμιστούν ακόμα περισσότερο και φύγουν για τις πολυτελείς μονοκατοικίες προς τα έξω. Ήδη το εξώφυλλο μας προετοίμασε για την οδυνηρή κατάδυση της μνήμης σε γεγονότα του Εμφυλίου, την οποία θα κάνει η Ελεονόρα για να δώσει απαντήσεις σε θέματα σοβαρά που την απασχολούν σχετικά με τον Εμφύλιο. Θα γυρίσει πίσω, λοιπόν, στην Ήπειρο και ιδιαίτερα στα Γιάννενα, από όπου κατάγεται, και συγκεκριμένα θα ξαναθυμηθεί τη μάχη της Κόνιτσας το 1947-48, για να αποκαλύψει καλά κρυμμένα μυστικά, που αφορούν τη ζωή του Άγγλου ελληνιστή Τηλέμαχου Μπάξτερ αλλά, απρόσμενα, θα οδηγηθεί στη δική της ζωή. Και κινητήρια δύναμη θα αποδειχτεί ο έρωτας που «για αλλού πήγαινε το σπόρο του και αλλού κατέληξε» όπως λέει και ο ποιητής, αλλά αυτή είναι και η γοητεία και η έκπληξη του μυθιστορήματος.

Η Ελεονόρα έρχεται στις Βρυξέλλες με τον σύζυγό της Στέφανο, στέλεχος στην Ε.Ε., και τον γιο της Ιάσονα· η ίδια εργάζεται ως καθηγήτρια σε ελληνικό σχολείο των Βρυξελλών και οι μαθητές της είναι παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών. Προσπαθώντας να ενταχθεί στο ξένο περιβάλλον, αναρωτιέται αν «μεταφυτεύονται οι άνθρωποι σε μεγάλη ηλικία». «Οι Βρυξέλλες», γράφει, «είναι η χοάνη, που καταφέρνει, χωρίς να χάνει τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία της, να χωνεύει λαούς, φυλές, θρησκείες, εθνικότητες, που παραμένουν ανομοιογενείς, χάρη στην πολυδιαφημισμένη πολυπολιτισμικότητα». Όμως ελπίζει κάποια ώρα να επιστρέψει «αλώβητη στον τόπο της, εκεί που ήταν ο δικός της κόσμος».

{jb_quote}Η πολυπροσωπία του έργου συμβάλλει στη μελέτη πολλών παράλληλων οπτικών στην ερμηνεία της ζωής και των γεγονότων. {/jb_quote}

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά η συγγραφέας θα κεντήσει αδρομερώς τους εργαζόμενους στην Ε.Ε., Έλληνες και ξένους, κυρίως όμως Έλληνες, τους αγώνες τους για να επιτύχουν τους στόχους της χώρας τους, την επιφανειακή πολυτελή ζωή τους, την αφανή σκοτεινή, την τραυματική ιστορία πίσω τους, τα μυστικά τα δύσκολα να ομολογηθούν. Ακόμα, θα αναφερθεί στους μετανάστες ανθρακωρύχους που άφησαν τη ζωή τους στις στοές, στα σχολεία της μητρικής γλώσσας όπου εργάζεται, στις εκδηλώσεις των πολιτιστικών συλλόγων των υπαλλήλων της Ε.Ε., τις διαλέξεις και παραστάσεις αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Στα κράσπεδα της ζωής των αστών, θα στρέψει τον συγγραφικό φακό της σε σκηνές βίας στους δρόμους, στην αστυνόμευση του βελγικού κράτους και άλλα στοιχεία της ζωής των Βρυξελλών, όλα δοσμένα σε δόσεις, με μέτρο, επιμέλεια και μαεστρία, έτσι ώστε να μη χάνεται ο αρχικός στόχος, εξυπηρετώντας παράλληλα την πλοκή του έργου.

Βεβαίως, δεν πρέπει να προσπεράσουμε τον Άγγλο ελληνιστή Τηλέμαχο Μπάξτερ, καθηγητή στο Κέμπριτζ, που θα της εμπνεύσει έναν νέο έρωτα και θα τη βάλει σε προβληματισμούς και αυτοέρευνα. Αυτός ο έρωτας, όμως, ως δυναμικό κινούν θα φέρει άλλα σοβαρά στην επιφάνεια, ανατρέποντας τα τετριμμένα αναμενόμενα, και αυτή είναι η μεγάλη έκπληξη. Για να φτάσει όμως εκεί θα περάσει από πολλά άλλα πρόσωπα που όλα έχουν σχέση, μικρή ή μεγαλύτερη, και με τα Γιάννενα και με τις Βρυξέλλες. Θα πάρει πληροφορίες, θα συμπληρώσει το φθαρμένο ψηφιδωτό και θα βρει το ποθούμενο. Όμως, αυτό το σκάλισμα της μνήμης θα είναι οδυνηρό –«Η μνήμη, όπου και να την αγγίξεις πονεί», λέει ο Σεφέρης– και την ηρωίδα ενδιαφέρει η αλήθεια· αν υπάρχουν «κακές θυσίες και καλή βία», «δεν αθώωνε κανέναν, δεν δικαίωνε κανέναν».

Η ιστορική συγκυρία της κυοφορίας του μυθιστορήματος παίζει και αυτή τον δικό της ρόλο. Είναι η εποχή που όλα όσα η ίδια βιώνει συμπίπτουν με τις καταιγιστικές, κοσμογονικές εξελίξεις στην Ευρώπη, όταν τα τείχη του ανατολικού μπλοκ καταρρέουν συνεχώς το ένα μετά το άλλο, ισχυροποιώντας την άποψη, που υποφώσκει, της χαμένης θυσίας του ήρωα.
Σαν να ακούμε τον Μακρυγιάννη να αναρωτιέται: «Γιατί τα τραβήσαμε όλα αυτά; Γι’ αυτήνη την πατρίδα».

Η συγγραφέας έστησε ωραία τον ιστό της αφήγησης, μοίρασε ρόλους σε πολλά πρόσωπα γύρω από την ηρωίδα της και έβαλε τον αναγνώστη της στο παιχνίδι. Η σκηνοθεσία, τα πλάνα, το στήσιμο των προσώπων τότε, το ζαχαροπλαστείο, που μας θυμίζει τη Λέσχη του Τσίρκα, το σκιτσάρισμα του βασανισμένου Τηλέμαχου, τα προβλήματα των ηρώων γενικά, των γυναικών που σχετίστηκαν με τους εχθρούς, αλλά και τα πρόσωπα στις Βρυξέλλες στο «τώρα» του έργου συνθέτουν μια ανθρωπογεωγραφία, όπου παλιές και νέες αμαρτίες διαπλέκονται, μπερδεύονται, ξεμπερδεύονται. Η πολυπροσωπία του έργου συμβάλλει στη μελέτη πολλών παράλληλων οπτικών στην ερμηνεία της ζωής και των γεγονότων.

Στα τεχνικά της εφόδια, η συγγραφέας αξιοποίησε τις τεχνικές της retardation, δηλ. την επιβράδυνση, η οποία με τις αφηγηματικές σφήνες δίνει αξία δομική στο έργο, επιβραδύνει την εξέλιξη και κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, κρατώντας τον σαν μηχανή αναμμένη σε ένα stand by, να αδημονεί για την εξέλιξη. Χρησιμοποιεί επίσης την προοικονομία, τις ανατροπές, τις μαρτυρίες, όπως το μακροσκελές χειρόγραφο ή ένα αποκαλυπτικό γράμμα, ένα βιβλίο, ως σύμβολο και οδηγό. Ακόμα, δίνει στον ήρωά της το όνομα Τηλέμαχος από το έργο Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου του Φενελόν, γιατί η σκοπιμότητα έχει και εδώ τον ρόλο της. Ο λόγος είναι πλούσιος και γοητευτικός, όπου η κάθε λέξη έχει το δικό της ειδικό βάρος και οι σκηνές με την παραστατικότητά τους ζωντανεύουν το κείμενο. Αναφέρω ενδεικτικά τη σκηνή στο μουσείο, πρώτη συνάντηση της Ελεονόρας με τον Τηλέμαχο, τις σκηνές στη Γάνδη και στο ξενοδοχείο Ramanda hotel, τις σκηνές στη φυλακή και τη συνάντηση της Νίκης με τον αγωνιστή Τηλέμαχο, την πορεία του Τηλέμαχου προς την Κόνιτσα με τον αντάρτη Χρήστο Φαρμάκη, την τραγική σκηνή της Ελεονόρας στην εκκλησία να διαβάζει το γράμμα του πατέρα της, τέλος, τη σκηνή της Ελεονόρας στο νεκροταφείο.

{jb_quote}Η αλήθεια, η μυθοπλασία της και η μεταμυθοπλασία της είναι κι αυτή μια ιαματική μέθοδος. {/jb_quote}

Η αφήγηση, φυσιολογικά ακολουθώντας τη μνήμη και την ανάγκη της ηρωίδας να δώσει απαντήσεις σε υπαρξιακά/οντολογικά ερωτήματα –ποια είμαι και ποιος είναι ο γονιός μου– πηγαινοέρχεται στον χρόνο, δικαιώνοντας το μότο του Ουίλιαμ Φόκνερ «όλα είναι παρόν».

Τελικά, η γραφή-συγγραφή συνιστά πλέον και μια ψυχαναλυτική διαδικασία. Η έρευνα και η αποκάλυψη της αλήθειας. Αυτός που γράφει ψυχαναλύεται και λυτρώνεται ταυτοχρόνως. Η Νίκη του μυθιστορήματος που έγραψε την ιστορία της και ξαλάφρωσε, αντανακλά στην Ελεονόρα που, λοξοκοιτάζοντας τη συγγραφέα, κάνει το ίδιο. Πρέπει να τα γράψω και να δω από την απόσταση, σαν τρίτος, τις αιτίες. Εκείνο που είπε από την αρχή: Ο Εμφύλιος την απασχολούσε. Η αλήθεια η μπερδεμένη από τις ιστορίες των μεν και των δε. Η έννοια της βίας και της θυσίας. Κυρίως την ενδιέφεραν οι προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες, οι οποίες διαμόρφωσαν συνειδήσεις και συμπεριφορές. «Η ίδια δεν αθώωνε κανέναν. Δεν δικαίωνε κανέναν», μας το έχει πει από την αρχή.

elenio oikonomouΑν και έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τα τραγικά εμφυλιακά γεγονότα, οι πληγές για πολλούς είναι ακόμα ανοιχτές, οπότε πολλοί αναγνώστες θα βρουν κάτι που θα τους αγγίζει ιδιαίτερα και θα δίνει αν όχι απάντηση στα ερωτήματά τους, τουλάχιστον την ιδέα κάποιας πληροφορίας ή κάποιας αόριστης απάντησης. Αν και καμιά φορά αυτό που θα ανακαλύψουν, μπορεί να είναι καλύτερα να μην το είχαν ανακαλύψει. Μερικοί από τους πρωταγωνιστές της συγκεκριμένης ιστορίας έχουν πεθάνει ήδη. Τα παιδιά τους, όμως –κατά το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»– έχουν ανοιχτές πληγές, κι ο χρόνος δεν επουλώνει πάντα ερήμην των ενδιαφερομένων. Και όπως φαίνεται στο μυθιστόρημα, πρέπει να λύσω τους κόμπους και να μάθω, για να ξεπεράσω τα βασανιστικά μου ερωτήματα και να ησυχάσω. Η αλήθεια, η μυθοπλασία της και η μεταμυθοπλασία της είναι κι αυτή μια ιαματική μέθοδος.

 

Πλατεία Ambiorix
Ελένη Λάππα-Οικονόμου
Οσελότος
314 σελ.
ISBN 978-960-564-656-1
Τιμή €15,00
001 patakis eshop

Πηγή του άρθρου είναι: www.diastixo.gr

Insurance-spanos-online-asfaleia

banner-ikaros-new